Δεν μου είναι εύκολο να μιλήσω για την 17η Νοεμβρίου του 1973 – ημέρα που έμεινε να γιορτάζουμε και να τιμούμε την εξέγερση στο Πολυτεχνείο «των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων», όπως ακούγαμε επί τρεις ημέρας από τα παιδιά του ρ/φ σταθμού, που ξεσήκωναν όλον τον κόσμο να κατεβεί στην Πατησίων και να πει «όχι» στην χούντα των Αθηνών.

Δεν μου είναι εύκολο γιατί ήμουν μικρός, 15 μόλις χρονών τότε. Ελληνάκι ψαρωμένο! Είχαμε έρθει 3 χρόνια πριν από την Αφρική (Ροδεσία τότε) όπου γεννήθηκα. Ακόμα πάλευα να μάθω τη γλώσσα (αγγλικά μιλούσαμε εκεί, γιατί ήμασταν οικότροφοι σε αγγλικά σχολεία), και στο σπίτι, έναν μήνα ανά τρίμηνο που βγαίναμε έξω, ελληνικά σπασμένα. Εκείνες τις μέρες, με πήρε ο μπαμπάς από το χέρι και κατεβήκαμε στο Πολυτεχνείο . Με αυτά τα ελάχιστα διαπιστευτήρια που σας περιέγραψα πριν…
Η συνέχεια είναι γνωστή. Έπεσε η μία χούντα, και ήρθε η άλλη. Εκείνη που περίπου 8 μήνες μετά, έκανε πραξικόπημα στην Κύπρο για να την ενώσει με την Μητέρα Πατρίδα, και το μόνο που πέτυχε ήταν να δώσει την χρυσή ευκαιρία να εισβάλει η Τουρκία και, δυστυχώς, the rest is history. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία!

Το Πολυτεχνείο, για μένα, είναι «σκάλισμα» μιας πληγής που δεν θα επουλωθεί ποτέ. Δεν μπορώ να πανηγυρίσω την «ημέρα του». Η Δημοκρατία αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όχι όταν έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου, αλλά όταν έπεσε στα χέρια του Αττίλα η μισή Κύπρος. Τιμώ την 17 Νοέμβρη μόνο με σιωπή.

Παρακάλεσα λοιπόν, δύο φίλους, να μιλήσουν αυτοί αντί εμού, για το Πολυτεχνείο. Ο πρώτος, ο δημοσιογράφος Τέλης Σαμαντάς, ήταν εκεί. Και μου διάβασε αυτό το κείμενο που έγραψε πριν από χρόνια, για την «σιωπή του Πολυτεχνείου».

«Ησυχία, ήχος!». Όσοι έχουν ασχοληθεί με κάποιο τρόπο με το σινεμά ή την τηλεόραση θα ξέρουν αυτή την έκφραση. Πρόκειται για τη στιγμή που αφού έχει γυριστεί κάποια σκηνή ο ηχολήπτης ζητάει να γίνει ησυχία για να εγγράψει στο μαγνητόφωνο τον ήχο του χώρου, που θα χρειαστεί αργότερα στο μοντάζ. Στην ουσία να μαγνητοφωνήσει τη σιωπή. Τη σιωπή όμως του συγκεκριμένου χώρου. Γιατί κάθε χώρος έχει τη δική του σιωπή. Μια σιωπή που αλλάζει μέσα στο χρόνο, τις συνθήκες, την ανθρώπινη παρουσία ή απουσία.

Μια τέτοια σιωπή έπεσε ξαφνικά αργά κάποια στιγμή το βράδυ, ανάμεσα στις 9.00 και στις 12.00 ώρα Πολυτεχνείου. Για την ακρίβεια στις 11.37. Κράτησε μόνο κάποια δευτερόλεπτα.
Αυτά τα δευτερόλεπτα όμως άλλαξαν ολόκληρη την αφήγηση της ιστορίας. Ήταν η στιγμή που κόπηκαν μαχαίρι, λες στον αέρα, τα συνθήματα που μέχρι τότε δονούσαν την ατμόσφαιρα. Γιατί ένας άλλος ήχος ερχόταν να καταλάβει το χώρο.

Ήταν η στιγμή που ακούστηκε ο ήχος από τις πρώτες ερπύστριες. Η στιγμή που όλοι όσοι είχαν μείνει μέσα στο Πολυτεχνείο κατάλαβαν το τι θα επακολουθούσε. Που δεν υπήρχαν πια κομματικοί, αριστεριστές, αναρχικοί, αυτόνομοι ή ανεξάρτητοι. Μόνο κυνηγημένοι άνθρωποι, ασχέτως πολιτικής προέλευσης, που βρέθηκαν εκεί γιατί τους κινούσε μια κοινή ανάγκη: να δηλώσουν πως δεν ανέχονταν πια να τους στερούν το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, στη δημόσια δήλωση γνώμης, στην επιλογή κομμάτων, με δυό λόγια στη Δημοκρατία. Η στιγμή που όλοι αυτοί κοιτάζονταν στα μάτια. Εκείνη η στιγμή που στη ακαριαία διάρκεια της ολοκληρώθηκε και τέλειωσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε το «Πολυτεχνείο». Η στιγμή που το «Πολυτεχνείο» σώπασε.»
Και ο δεύτερος «τροφοδότης» μου, ο αρθρογράφος και διανούμενος Γιώργος Λιγνός, δεν ήταν εκεί, στο Πολυτεχνείο. Και μου γράφει ακριβώς για αυτήν την … απουσία!

«Ήρθε η ώρα να το πω δημόσια. Δεν ήμουνα στο Πολυτεχνείο!

Εκείνες τις ημέρες βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη με ένα φίλο. (Είχα αποτύχει στις εισαγωγικές του 1973, οπότε είχα ελευθερία κινήσεων). Μάθαμε ότι κάτι γινόταν. Φύγαμε από το ξενοδοχείο ÀBC κι ανηφορίσαμε. Έφτασα μέχρι το πρανές πίσω από τη Πολυτεχνική Θεσσαλονίκης. Είδα τους φοιτητές. Σκέφτηκα προς στιγμή να δώσω μια τρεχάλα και μπω μέσα. Δίστασα. Δεν ήξερα κανέναν. Δειλία; Λογική αντίδραση; Δεν ξέρω. Εκεί τελείωσε η σχέση μου με το Έπος του Πολυτεχνείου.
Μεταδικτατορικά πάντως σαν φοιτητής έπραξα τα οφειλόμενα.

Το τίμησα δεόντως κάτω από τη κομματική σημαία. Ήξερα όμως την δική μου αλήθεια. Σέβομαι τους φίλους που απέκτησα μετά κι είχαν βρεθεί εκεί. Πάνω απ’ ολα εκτιμώ βαθύτατα την μη αναφορά τους σε ότι έπραξαν. Οι σιωπές έχουν σημασία.»

(*)Την Παρασκευή 17 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Τιμώ απεριόριστα εκείνους που ξεσηκώθηκαν κατά της Χούντας. Δεν πανηγύρισα ποτέ για την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας», όπως έλεγαν. Άναψε μια σπίθα. Μόνο. Δυστυχώς, η Δημοκρατία ήρθε τον Ιούλιο του ’74 επάνω στ’ αποκαΐδια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Όποτε ακούω το στερεότυπο «το μήνυμα της 17 Νοέμβρη», δείχνω σε αυτούς που κρατάνε τη ντουντούκα τον τωρινό χάρτη της Κύπρου, και φωνάζω «το μήνυμα είναι εκεί κάτω, παλικάρια, στην Πράσινη Γραμμή». Αδικαίωτο