Πόσα αντάρτικα άραγε μπορεί να αντέξει μια εκλογική αναμέτρηση; Εάν πρόκειται για εκλογές που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση, μπορεί να αντέξει πολλά. Διότι στις εκλογές που έχουν άμεση σχέση με την τοπική κοινωνία, τα δεδομένα και οι κανόνες αλλάζουν και υπερτερούν σε ένα μεγάλο βαθμό των όποιων κομματικών αποφάσεων.

Όσο πιο μικρή είναι η τοπική κοινωνία ή όσο πιο δραστήριος είναι ένας υποψήφιος, τόσο πιο γνωστός είναι μέσα στην τοπική κοινωνία και τους τοπικούς παράγοντες που καθορίζουν πλέον και το παιχνίδι της κάλπης. Για αυτό άλλωστε και καταγράφονται διαφορετικά «θέλω» από δήμο σε δήμο και από περιφέρεια σε περιφέρεια. Διότι στην κάθε περίπτωση οι προτεραιότητες αλλάζουν ανάλογα και τα δεδομένα της κάθε περιοχής.

Ένα από τα κύρια ζητούμενα των επερχόμενων εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση είναι ο αριθμός των «ανταρτών» υποψηφίων που θα σταθούν απέναντι από τους επίσημους κομματικούς υποψήφιους σε δήμους και κοινότητες. Τα αντάρτικα ασφαλώς δεν είναι φαινόμενο αυτών των εκλογών και ούτε πρόκειται να εκλείψουν. Αυτό το οποίο όμως αποτελεί σημείο αναφοράς των συζητήσεων αυτής της εκλογικής αναμέτρησης, είναι το πόσοι τελικά θα είναι οι υποψήφιοι που θα κατέλθουν κόντρα στις κομματικές αποφάσεις, είτε ως υποψηφιότητες διαμαρτυρίας για τις επιλογές του κόμματος από το οποίο προέρχονται, είτε ως καθαρά ανεξάρτητες επιλογές, είτε ακόμα και ως επιλογές αντίπαλων κομμάτων.

Σε μια Δημοκρατία, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ισχύει για όλους . Άρα ο καθένας μπορεί να διεκδικεί το δικαίωμα της εκλογής, είτε εντός κομματικού πλαισίου είτε, εκτός. Οι τοπικές εκλογές, λόγω των δικών τους ιδιαιτεροτήτων προσφέρονται για πορείες πέραν των κομματικών πλαισίων. Είναι όμως μόνο αυτοί οι λόγοι που σήμερα καταγράφεται μία έντονη τάση αμφισβήτησης των κομματικών διεργασιών για τις εκλογές; Ασφαλώς και όχι…

Τα κόμματα, έχοντας μάλιστα ως πρόσφατο παράδειγμα τις προεδρικές εκλογές, θα έπρεπε να είχαν λάβει τα μηνύματα της κοινωνίας και να είχαν συνειδητοποιήσει την αμφισβήτηση που δέχονται από μία μεγάλη μερίδα των πολιτών. Σε αυτήν την τάση αμφισβήτησης των κομμάτων από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας είναι που επένδυσε και πορεύθηκε με επιτυχία και η υποψηφιότητα του Νίκου Χριστοδουλίδη. Ανεξάρτητα του ποια ήταν ή είναι σήμερα η άποψη του οποιουδήποτε για την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η πραγματικότητα είναι ότι ο ίδιος ο Νίκος Χριστοδουλίδης είχε διαβάσει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και οι πολίτες σκέφτονταν και αντιδρούσαν πολιτικά. Ακόμα και εάν αυτή η αντίδραση χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «απολιτίκ», η ουσία είναι ότι αποτελεί μία πολιτική συμπεριφορά μιας μεγάλης μερίδας των πολιτών συνέπεια της αμφισβήτησης του κομματικού και πολιτικού κατεστημένου, της αποστασιοποίησης από την πολιτική ζωή και γενικότερα της οριζόντιας απαξίωσης με την επικράτηση της αντίληψης ότι «όλοι είναι το ίδιο».

Η απάντηση δεν είναι μονολιθική βέβαια ως προς τον τρόπο συμπεριφοράς και αντίδρασης της κοινωνίας και δεν αποτελεί φυσικά μόνο κυπριακό φαινόμενο. Υπάρχει όμως μια γενικότερη αίσθηση και αντίληψη ότι οι πολίτες θέλουν και επιζητούν να νιώθουν ότι έχουν πιο ενεργό ρόλο στις αποφάσεις που λαμβάνονται. Αμφισβητούν και απορρίπτουν πολύ πιο εύκολα πλέον τα πάντα τα οποία προέρχονται από κέντρα εξουσίας. Είτε αυτά είναι αποφάσεις της κυβέρνησης, είτε είναι νομοθεσίες από την Βουλή. Πόσω δε μάλλον όταν πρόκειται για κομματικές αποφάσεις και μάλιστα που έχουν να κάνουν με τις επιλογές υποψήφιων για τους δήμους και τις κοινότητες. ΄

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που διαπιστώνεται μία διάσταση απόψεων και θέσεων των τοπικών κοινωνιών με τις προθέσεις των κομματικών ηγεσιών. Ανεξάρτητα του ποιος μπορεί να είναι σωστός ή λάθος, η ουσία είναι το χάσμα που καταγράφεται. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ΔΗΚΟ Στροβόλου με τις επιστολές των τοπικών επιτροπών προς την ηγεσία για την περίπτωση του Σταύρου Σταυρινίδη, αλλά και η έντονη διαφωνία, σύμφωνα με πληροφορίες, της επαρχιακής ΔΗΣΥ Λεμεσού στην πρόθεση στήριξης της υποψηφιότητας Γιάννης Αρμεύτη στο πλαίσιο των διεργασιών που γίνονταν για συνεργασία με το ΔΗΚΟ.

Από την εξίσωση βέβαια, δεν πρέπει να παραλείπουμε και μια κοινωνιολογική προσέγγιση του θέματος που αναφέρεται στην εποχή της υπερίσχυσης της ατομικότητας και του «Εγώ», έναντι της συλλογικότητας και του «Εμείς». Αλλά ακόμα και αυτή η προσέγγιση, μπορεί να τύχει διαφορετικών ερμηνειών. Αλλιώς βλέπουν οι κομματικές ηγεσίες το «Εμείς» και αλλιώς ο κάθε πολίτης…