Τα όσα λέχθηκαν την Πέμπτη από τον υπουργό Ενέργειας και τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΑΔΜΗΕ -του νέου φορέα υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης με Κρήτη ή και με Ισραήλ– και η βεβαιότητά τους ότι η επικείμενη έναρξη της κατασκευής του έργου αλλά κυρίως η ολοκλήρωσή του θα ανοίξει τον δρόμο για πολύ περισσότερη -και σημαντικά φθηνότερη- ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό όμως με την επίσπευση της χρήσης μπαταριών, θα πρέπει να λειτουργήσει ως έναυσμα για ένα νέο γύρο συζήτησης για όσα πρέπει να γίνουν στο μεταξύ.
Ως έχουν σήμερα τα δεδομένα, θεωρείται βέβαιο από τους τεχνοκράτες ότι το 2024 θα είναι έτος που θα σημειωθεί νέο ρεκόρ χαμένης – πεταμένης πράσινης ενέργειας, όχι γιατί το δίκτυο είναι απηρχαιωμένο και ανεπαρκές -που είναι σε κάποιο βαθμό, όπως είναι και τα δίκτυα πολλών άλλων χωρών- αλλά γιατί για σχεδόν τους μισούς μήνες του χρόνου η κατανάλωση ηλεκτρισμού είναι πολύ χαμηλή, η παραγωγή πράσινου ηλεκτρισμού μεγάλη (σε σχέση με την κατανάλωση, πάντα) και η χρήση σημαντικής παραγωγής από συμβατικές μονάδες της ΑΗΚ απαραίτητη για την ευστάθεια του συστήματος, αφού για την ώρα δεν έχουμε αποθήκευση.
Είναι βέβαιο πως μετά τις γιορτές -όταν οι καιρικές συνθήκες θα οδηγήσουν σε μειωμένη κατανάλωση- θα ξαναζήσουμε, σε μεγαλύτερη ένταση, αφού θα είναι και το πρόβλημα της απόρριψης πράσινης ενέργειας μεγαλύτερο, το φαινόμενο να διαμαρτύρονται οι επενδυτές για την καθυστέρηση ή την αδυναμία σύνδεσης και άλλων πάρκων ΑΠΕ στο δίκτυο και ταυτόχρονα να διαμαρτύρονται επειδή αποκόπτεται -και δεν πληρώνεται- σημαντικό μέρος της ενέργειας που παράγουν τα φωτοβολταϊκά τους. Και όλοι ξέρουν πως όσο πιο πολλά ΑΠΕ ενταχθούν στο δίκτυο, τόσο πιο πιο πολλή ενέργεια θα απορρίπτεται τους μήνες του φθινοπώρου και της άνοιξης.
Το ποτάμι της αξιοποίησης των ΑΠΕ όμως, δεν γυρίζει πίσω. Και όσο κι αν καθυστερήσαμε ή θα καθυστερήσουμε για εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης, θα πρέπει να το κάνουμε και αυτό. Πρέπει να διασφαλίσουμε συνεχή αύξηση του ποσοστού διείσδυσης της ενέργειας από φωτοβολταϊκά στο ηλεκτρικό δυναμικό.
Και παράλληλα, θα ελπίζουμε ότι αυτά που μας τάζουν ο υπουργός Ενέργειας και ο νέος φορέας υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης θα τα ζήσουμε. Δηλαδή, πολύ περισσότερο -ντόπιο ή εισαγόμενο- πράσινο ρεύμα, και κυρίως σημαντικά φθηνότερο.
Καθώς έτσι διαμορφώνεται το σκηνικό στην ηλεκτρική ενέργεια, είναι η ώρα να (ξανα) συζητήσουμε τον ρόλο της ΑΗΚ. Θα την αφήσουμε με τις πετρελαιοκίνητες μονάδες της να φθίνει; Θα την καταδικάσουμε στον ρόλο του εφεδρικού παίκτη και μόνο; Ή θα της επιτρέψουμε επιτέλους -ως ο μόνος ενεργειακός οργανισμός με ρυθμιζόμενο και περιορισμένο κέρδος- να παίξει επί ίσοις όροις στο γήπεδο των φωτοβολταϊκών, όσο θέλει και όσο μπορεί; Και μάλιστα με εγγυημένα φθηνότερες τιμές από αυτές που «προσφέρουν» σήμερα οι διώτες παραγωγοί και προμηθευτές.
Αφού το καλώδιο θα γίνει, όπως μας βεβαιώνουν οι κυπριακές και ελλαδικές αρχές, και αφού αυτό θα πρασινίσει ταχύτατα το μείγμα της ηλεκτρικής μας ενέργειας, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Δεν νοείται να επιμένουμε να λέμε ότι η «κατάμαυρη» σήμερα ΑΗΚ διατηρεί δεσπόζουσα θέση στην αγορά ηλεκτρισμού, ενώ γνωρίζουμε πως αυτή η δεσπόζουσα θέση έχει πολύ κοντινή ημερομηνία λήξης. Η ΑΗΚ επείγει να αποκτήσει -αγοράζοντάς τις, αν χρειαστεί- χειροπιαστές άδειες να εγκαταστήσει φωτοβολταϊκά, χωρίς περιορισμούς.
Έτσι κι αλλιώς, ο ιδιωτικός ενεργειακός τομέας απέκτησε χρονικό και συστημικό προβάδισμα και αυτός είναι βασικός λόγος που «καταφέραμε» να έχουμε και πανάκριβο ρεύμα από φωτοβολταϊκά.