Λίγο μετά την ανακήρυξη του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, και πριν ακόμα καταφέρει καλά-καλά ο νέα Πρόεδρος να σχηματίσει την κυβέρνησή του, οι εργαζόμενοι στο Προεδρικό έλαβαν επιστολή με την οποία οι νέοι ένοικοι τους ζητούσαν, στην ουσία, να τους αδειάσουν τη γωνιά. Λογικό ήταν η αλλαγή να ξεκινά εκ των έσω πριν επεκταθεί.
Την ώρα που στον Λόφο το νέο προεδρικό ζεύγος έκανε τα σχέδιά του για το μέλλον και ποια αλλαγές θα πρέπει να γίνουν και στο ίδιο το οικοδόμημα του μεγάρου, στα κομματικά γραφεία προσπαθούσαν να κάνουν έναν απολογισμό μιας εκλογικής διαδικασίας που από την αρχή έως και το τέλος κινήθηκε εκτός πεπατημένης. Μιας διαδικασίας που έφερε μια νέα, διαφορετική, κατάσταση πραγμάτων στον τόπο. Αυτό ήταν τότε το συναίσθημα τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά τις εκλογές του περασμένου Φεβράρη.
Στην πλευρά του νικητή έπλεαν πανευτυχείς γιατί κατάφεραν να κερδίσουν, όπως πίστευαν, το κομματικό κατεστημένο. Για πρώτη φορά ένας μη κομματικός υποψήφιος που δεν στηρίχθηκε από κάποιο μεγάλο κόμμα καταφέρνει να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Για πρώτη φορά τα μεσαίας εμβέλειας κόμματα (η πλειοψηφία των οποίων κινείται σε μονοψήφιο ποσοστό) καταφέρνουν να συσπειρωθούν πίσω από έναν υποψήφιο και βρίσκονται δίπλα του στην εξέδρα του νικητή. Για πρώτη φορά κανένας εκ των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων δεν βγήκε να πανηγυρίσει μαζί με τους οπαδούς του, και για πρώτη φορά ένα εκ των δύο μεγάλων κομμάτων δεν κατάφερε να περάσει τον υποψήφιό του στον δεύτερο γύρο των εκλογών.
Ιδανικό το κλίμα για την μια πλευρά, δύσκολη κατάσταση για την άλλη. Γιατί μπορεί μεν ένα κόμμα να είχε ηττηθεί στις συγκεκριμένες εκλογές, πλην όμως και όλοι οι υπόλοιποι – είτε ανέβηκαν στο βάθρο με τον νικητή, είτε επιβίωσαν περνώντας στο δεύτερο γύρο – δεν μπορούσαν να αισθάνονται και τόσο άνετα με την όλη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί.
Είναι γνωστό πως από νωρίς κάποιοι είχαν σπεύσει να μιλήσουν για την ήττα της κομματοκρατίας όπως την βίωνε ο τόπος για δεκαετίες. Πολλοί εξ εκείνων που πανηγύριζαν τον Φεβράρη για την ήττα της κομματοκρατίας όλα τα προηγούμενα χρόνια φρόντιζαν να βολεύονται μέσω της κομματοκρατίας, αλλά όταν κάποιοι στιγμή δεν τους βόλεψε μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων θέλησαν να «επαναστατήσουν». Βιάστηκαν πολλοί να πανηγυρίσουν μην αναμένοντας το αυτονόητο: Να μπορεί να κυβερνήσει τον τόπο χωρίς τα κόμματα και κυρίως χωρίς την στήριξη ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων.
Στην αρχή, δόθηκε η εντύπωση ότι θα μπορούσε να καταφέρει ο νέος πρόεδρος. Ενδεχομένως και ο ίδιος πίστευε ότι στέλνοντας νομοθετήματα στη Βουλή, χωρίς διαβούλευση (κάποιοι την έλεγαν παζάρεμα) θα επιτύγχανε να εξασφαλίζει πλειοψηφία και θα τα περνούσε. Πολύ σύντομα όμως βίωσε την ψυχρή πραγματικότητα: Πρώτον, τα κόμματα που τον στήριξαν προεκλογικά δεν είχαν καμιά κοινή θέση σε κρίσιμα ζητήματα και δεν έδειχναν διατεθειμένα να βάλουν την πλάτη τους για χάρη της νέας κυβέρνησης εάν δεν γινόταν το δικό τους. Δεύτερον, για να μπορέσει να υπάρξει πλειοψηφία στη Βουλή ήταν απαραίτητη συναίνεση ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων.
Από τον Μάρτη που ανέλαβε η νέα κυβέρνηση μέχρι και σήμερα, δύο εβδομάδες πριν το τέλος του 2023, έχουμε στα χέρια μας αρκετά δείγματα γραφής, ως προς τις παρενέργειες εκείνου του εκλογικού αποτελέσματος. Παρακολουθώντας όλο αυτό το διάστημα την πορεία των πραγμάτων στο εσωτερικό, είναι εμφανές ότι μία «μη κομματική» κυβέρνηση καταφέρνει μέσα από τις πράξεις, τις παραλείψεις και τα έργα της, να δικαιώσει τα κόμματα. Μπορεί, ως ένα βαθμό, να έχει μειωθεί η κομματοκρατία, πλην όμως δεν μπορεί να λεχθεί πως έχει νικηθεί (όπως κάποιοι πίστευαν τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά τις εκλογές του Φεβράρη). Αυτό που στο τέλος, εκ των πραγμάτων, όλοι μας διαπιστώνουμε (με εξαίρεση εκείνους που δεν θα το παραδεχθούν ποτέ) είναι πως τα κόμματα – και κυρίως τα δύο μεγάλα – απλώς έχασαν σε μια εκλογική διαδικασία. Ποτέ δεν ηττήθηκαν πραγματικά. Και ούτε προβλέπεται αυτό να γίνει στο ορατό μέλλον.