Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο, το έγκυρο βρετανικό περιοδικό «Economist» δημοσιεύει τις οικονομικές επιδόσεις των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), τις αξιολογεί και τις κατατάσσει με βάση 5 κριτηρίων (πληθωρισμός, ΑΕΠ, απασχόληση και κίνηση των μετοχών στα χρηματιστήρια). Έτσι λοιπόν, για τη χρονιά 2023 που σύντομα σβήνει, το περιοδικό κατέληξε στην ακόλουθη χρυσή πεντάδα – με μπασκετικούς όρους, dream-team: 5η καλύτερη οικονομία στον κόσμο ήταν το Λουξεμβούργο, 4η το Ισραήλ, 3η οι ΗΠΑ, 2η η Νότια Κορέα και 1η η Ελλάδα!

Από την άλλη όμως τώρα, είχαμε ταυτόχρονα και τη λίστα της Eurostat που μετράει αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «υποκειμενική φτώχεια». Δηλαδή, εάν και κατά πόσο θεωρεί κανείς τον εαυτό του φτωχό ή όχι. Σε αυτήν τη λίστα, λοιπόν, η Ελλάδα καταγράφεται ως μία από τις χώρες όπου η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της θεωρούν τον εαυτό τους φτωχούς! Συγκεκριμένα, σχεδόν το 70% των Ελλήνων και Ελληνίδων (της χώρας με την, κατά «Economist», καλύτερη οικονομία στον κόσμο φέτος) δηλώνουν πένητες!

Τι να πει κάποιος; Όπως λέει και ο φίλος μου ο καυστικός Μάνος Βουλαρίνος στο ραδιόφωνο του Σκάι, μάλλον νόμιζαν οι συμπατριώτες μου ότι αυτοί που τους ερωτούσαν στη σχετική έρευνα του Eurostat ότι ήταν από την εφορία!

Επιπλέον όμως, σε μια χώρα όπου το 40% των πολιτών δηλώνουν ότι έχουν ετήσιο εισόδημα κάτω από €5.000, καταλαβαίνει κανείς ότι η απάτη έχει γίνει δεύτερη φύση τους. Τόσο πολύ, μάλιστα, μπαίνουν στον θλιβερό τους ρόλο, που στο τέλος πιστεύουν και οι ίδιοι ότι είναι πάμφτωχοι του κερατά.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε και την έμφυτη κακομοιριά και γκρίνια του Έλληνα, όπου ο ήρωάς του είναι πάντα φτωχός, αδικημένος, δυστυχής – δείτε τον Καραγκιόζη, ακούστε προσεκτικά και τα τραγούδια του Καζαντζίδη. Μεγάλη φωνή, δεν λέω. Αλλά, η κλάψα, κλάψα!

Στη συζήτηση στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό του 2024, κατατέθηκε μια τροποποίηση από την κυβέρνηση για την παροχή άδειας παραμονής στην Ελλάδα σε μετανάστες που δεν έχουν νόμιμη παραμονή, οι οποίοι όμως έχουν τρία χρόνια συμπληρωμένα ζωή στη χώρα και, επιπλέον, έχουν και μια σύμβαση συνεργασίας με έναν εργοδότη. Προκλήθηκαν αντιδράσεις από την τροπολογία αυτή. Η πιο ηχηρή ήρθε από την κυβερνητική πτέρυγα και, μάλιστα, από τα «υψηλά έδρανά» της. Ήταν από τον πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά. Δεν τη θέλει αυτήν την ρύθμιση. Και ανεμίζει οργισμένα το κόκκινο πανί του κινδύνου από τη μετανάστευση.

Υπάρχει όμως ένα στοιχείο υποκρισίας σε αυτό το ακανθώδες, και τόσο φιλολαϊκίστικο ζήτημα. Συγκεκριμένα, υπερασπίζεται κανείς έναν παλιότερο νόμο, του 2014, επί δικής του πρωθυπουργίας, που λέει το εξής: Εάν κάποιος καταφέρει να επιζήσει στην Ελλάδα παράνομα επί επτά χρόνια, εάν καταφέρει στο διάστημα αυτό να κρυφτεί αποτελεσματικά ώστε να μην τον βρει η Αστυνομία και εάν επί 7 χρόνια αντέξει να δουλεύει «μαύρα» σε κάποιον εργοδότη που πληρώνει «μαύρα», δηλαδή δεν τον δηλώνει, δεν τον ασφαλίζει και του δίνει το ένα-δεύτερο ή το ένα-τρίτο του νόμιμου μεροκάματου κι αν όλα αυτά (επαναλαμβάνω) τα αντέχει επτά χρόνια, τότε η ελληνική Πολιτεία τον ανταμείβει προσφέροντάς του μια νόμιμη άδεια παραμονής στην Ελλάδα. Σε ποιον φαίνεται λογική άραγε αυτή η αντίδραση;

Έχουμε έναν νόμο που λέει ότι: Αν κάποιος έρθει στην Ελλάδα χωρίς νόμιμη άδεια, ζήσει στην Ελλάδα παρανόμως επί 7 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να πέσει επάνω σε αστυνομικό που θα του ζητήσει τα χαρτιά του. Αυτό ίσχυε ως τώρα. Έρχεται τώρα η κυβέρνηση και λέει, «όχι έτσι ρε παιδιά». Αλλά με την προϋπόθεση να έχεις δουλειά και για όσο την έχεις, δηλωμένη και καθαρή, μένεις. Διαφορετικά φεύγεις. Αυτήν την «τακτοποιημένη» ρύθμιση, ο κ. Σαμαράς την απορρίπτει.