Είναι πιθανόν -και στα 1300 ευρώ να ανέβαινε ο κατώτατος μισθός- να υπήρχαν και πάλι επικρίσεις και ενδεχομένως να μην ικανοποιούσε. Είναι επίσης δεδομένο πως θα υπήρχαν και σχόλια για το εάν μπορεί κανείς σήμερα να ζήσει με 1300 ευρώ, σχόλια που εκφράζονται τώρα για τα 1000 ευρώ στα οποία θα αυξηθεί ο κατώτατος με τον νέο χρόνο, από 940 ευρώ που είναι σήμερα.

Η αύξηση που αποφάσισε ο Υπουργός Εργασίας, αν και φαίνεται να μην ικανοποίησε καμία πλευρά, δεν είναι αμελητέα, με δεδομένο ότι, με την εισαγωγή του θεσμού φέτος, στην ουσία ο κατώτατος έφτασε τα 940 ευρώ, από 924 ευρώ που βρισκόταν για μια δεκαετία περίπου, αν και τότε δεν κάλυπτε το σύνολο των εργαζομένων.

Η εργοδοτική πλευρά χρεώνει σε εαυτήν την αποτυχία να πείσει για μικρότερη αύξηση, ενώ οι συντεχνίες επιμένουν πως η αύξηση θα έπρεπε να ήταν μεγαλύτερη, εκφράζοντας, κάποιες, μερική ικανοποίηση και άλλες μάλλον απογοήτευση που επίσης δεν έπεισαν τον υπουργό με τα επιχειρήματά τους για πιο ουσιαστική αύξηση.

Πολλοί λένε πως όταν και οι δύο πλευρές είναι λίγο πολύ απογοητευμένες από μια διαπραγμάτευση πάει να πει πως ο διαπραγματευτής έκανε καλά τη δουλειά του. Στην προκειμένη, οι μάλλον χλιαρές αντιδράσεις επιβεβαιώνουν πως αυτός που τελικά έπεισε για τα 1000 ευρώ είναι ο ίδιος ο Υπουργός Εργασίας.

Εξ ορισμού, πάντως, σε μια διαπραγμάτευση είναι δεδομένο ότι πρέπει αμφότερες οι πλευρές να δείξουν ευελιξία για κατάληξη σε συμφωνία. Η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας δεν ήταν προαπαιτούμενο για έκδοση του νέου διατάγματος από τον Υπουργό Εργασίας, όπως εξάλλου και ο ίδιος δήλωσε. Εντούτοις, αφιέρωσε χρόνο, όπως και το σύνολο των κοινωνικών εταίρων, για διάλογο και για ανάλυση του θέματος, πριν λάβει την απόφαση για αύξηση του κατώτατου που ενέκρινε τελικά το Υπουργικό Συμβούλιο. Στη βάση μάλιστα τεκμηριωμένων στοιχείων όσον αφορά την οικονομία και την απασχόληση, όπως προβλέπεται και στο διάταγμα.

Το πιο σημαντικό όμως είναι πως ο Υπουργός Εργασίας δεσμεύτηκε πως θα προωθηθεί στο μέλλον και το αίτημα των συντεχνιών για ωριαία απόδοση του, με βελτίωση όπως είπε του τρόπου υπολογισμού του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με τον χρόνο εργασίας. Εξήγησε δε, πως για την επιτυχία αυτού του στόχου είναι σημαντική η καλύτερη ρύθμιση του θεσμικού πλαισίου σχετικά με το ωράριο εργασίας και η ενίσχυση των τεχνολογικών υποδομών, που θα επιτρέψουν την παρακολούθηση της εφαρμογής αυτών των ρυθμίσεων.

Εν ολίγοις, δεν απέρριψε το αίτημα των συντεχνιών, με το οποίο προεκλογικά τουλάχιστον η Κυβέρνηση συμφωνούσε, αφήνοντας να νοηθεί πως το ζήτημα του κατώτατου μισθού δεν κλείνει με το νέο διάταγμα και χωρίς να αποκλείεται μέχρι την επόμενη αναθεώρηση, σε δύο χρόνια, να υπάρξουν ενδιάμεσα διαφοροποιήσεις. Εξάλλου, ο κοινωνικός διάλογος είναι συνεχής, όπως και η κοινωνική διαπραγμάτευση, που ενίοτε αναδεικνύει νικητές και ηττημένους, μέχρι την επόμενη φορά.

Όσον αφορά, όμως, τον εθνικό κατώτατο μισθό και την πρώτη αναθεώρησή του, φαίνεται να μην υπήρξαν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι. Σε αντίθεση με την αίσθηση που υπήρξε όταν ο θεσμός υιοθετήθηκε πέρσι για πρώτη φορά, όπου οι ισορροπίες δεν τηρήθηκαν. Τουλάχιστον αυτή ήταν η αίσθηση τότε, που ευτυχώς φαίνεται σιγά σιγά να αλλάζει.