Ο θείος Χριστόφορος ήταν ο μικρότερος αδελφός της γιαγιάς Δέσποινας που ο ιερέας πατέρας τους, έστειλε για σπουδές μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Μεγάλη Βρετανία. Το νησί ήταν αποικία της, δεν διέθετε πανεπιστήμιο, ενώ στην γηραιά Αλβιώνα υπήρχε μεγάλη παράδοση ακαδημαϊκών ιδρυμάτων εδώ και αιώνες. Ταυτόχρονα ο νεαρός τότε Χριστόφορος θα μπορούσε να εργάζεται για να πληρώνει τα δίδακτρά του και να συντηρείται.
Ο Παπαρτέμης δεν φανταζόταν πως ο γιός του θα άφηνε τις σπουδές του για τα μάτια μιας αλλόθρησκης Εγγλέζας που δεν ήταν χριστιανή ορθόδοξη αλλά προτεστάντης και πως το παπαδοπαίδι που δεν έχανε λειτουργία στο χωριό τους, κρατώντας τα εξαπτέρυγα ή ψάλλοντας, θα παντρευόταν στην αίθουσα ενός δημαρχείου χωρίς την ευλογία των γονιών του.
Στη φωτογραφία του γάμου, την οποία έκρυψαν σε μια τενεκεδένια αμπούστα, ο γαμπρός φορούσε κοστούμι με μια πεταλούδα στον λαιμό και η Lucy η νύμφη, λευκό ταγιέρ έχοντας κομμένα κοντά τα ξανθά μαλλιά της. Στο ίδιο κουτί βρέθηκε μεταξύ άλλων χρόνια αργότερα και η φωτογραφία της πρωτότοκης κόρης τους, της Πηνελόπης, στην οποία έδωσαν το όνομα της παπαδιάς. Η Penny, έφυγε από τη ζωή από μηνιγγίτιδα στα έξι της χρόνια, πληροφορούσε την οικογένεια με τηλεγράφημα ο θείος.
Για σχεδόν δυο δεκαετίες ο Ττόφας, όπως τον φώναζαν, εξαφανίστηκε από τη ζωή τους εφόσον κάθε ένα με δύο χρόνια η θεία Lucy γεννούσε ακόμη ένα παιδί, οκτώ στο σύνολο. Ο Παπαρτέμης και η παπαδιά έφυγαν από τη ζωή χωρίς να ξαναδούν το στερνοπαίδι τους ή να γνωρίσουν τα εγγόνια με τα ξενικά ονόματα. Τα αδέλφια του εξακολουθούσαν να λαμβάνουν κάθε Χριστούγεννα ευχετήριες κάρτες με ζωγραφιές από χιονισμένα τοπία βορείων χωρών. Δεν είχαν δει ποτέ από κοντά το χιόνι αν και κάποιες εβδομάδες τον χειμώνα χιόνιζε στα ορεινά του νησιού μα ήταν μακριά το μεγάλο βουνό από το χωριό τους.
Tα χρόνια περνούσαν, το ξενοδοχειάκι του θείου στο Southampton φαλίρισε και έτσι επέστρεψε με την οικογένειά του πίσω στο Λονδίνο όπου και εργαζόταν ως sommelier στο ξενοδοχείο Savoy. Δούλευε σκληρά, παίρνοντας επιπλέον βάρδιες για να συντηρεί τη μεγάλη του οικογένεια χωρίς να περάσει ποτέ τις γιορτές των Χριστουγέννων ή την Πρωτοχρονιά στο σπίτι, εφόσον τέτοιες μέρες σέρβιρε εκλεκτά κρασιά στην υψηλή κοινωνία, κόμηδες και sirs που αφθονούσαν στην χώρα και ζάμπλουτους ξένους απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Συνεπής όμως στην αλληλογραφία του και παρά τις ατέλειωτες ώρες εργασίας δεν σταμάτησε να στέλνει επιστολές και καρτ-ποστάλ στους δικούς του στο νησί, με το London Bridge ή τον Τάμεση και το Big Ben.
Όταν το νησί απέκτησε τηλέφωνο και αεροδρόμιο, τα καλά και τα κακά νέα μεταφέρονταν αυθημερόν και δεν χρειαζόταν να περιμένεις μέρες ή και εβδομάδες μέχρι να φτάσει μια επιστολή με το κεφάλι του βασιλιά και αργότερα της βασίλισσας στα ταχυδρομικά γραμματόσημα. Έπαιρνε η τηλεφωνήτρια και ρωτούσε αν αποδεχόσουν κλήση από τη Μεγάλη Βρετανία και έπειτα όλη η οικογένεια καθόταν γύρω από την συσκευή περιμένοντας το ξανακτυπήσει το τηλέφωνο. Η συνομιλία της γιαγιάς όταν μιλούσε στον αδελφό της, ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά εφόσον ύψωνε τη φωνή της όσο μπορούσε για να φτάσει ως τη μακρινή Αγγλία. Εγώ που γεννήθηκα λίγο μετά την Κυπριακή Ανεξαρτησία μεγάλωνα με την αναμονή της άφιξης του θείου Ττόφα που ερχόταν στο νησί μια φορά τον χρόνο αεροπορικώς, φέρνοντας μαζί του πότε τη θεία Lucy, πότε ένα από τα παιδιά του. Μας φαινόταν παράξενο που είχαμε Εγγλέζους συγγενείς, εμείς που είδαμε τζ’ επάθαμεν να τους ξεφορτωθούμε από το νησί. Οι θείοι δεν μιλούσαν λέξη ελληνικά, έλεγαν συνέχεια «φένκιου», «πληζ», «βέρικαϊντοφγιού», εκφράσεις που προκαλούσαν γέλιο σ’ εμάς τα παιδιά. Πήγαιναν θάλασσα ακόμη κι αν ήταν Απρίλης και γινόντουσαν ολοκόκκινοι σαν τη στολή του Άη Βασίλη της Coca-Cola.
Ήμασταν ίσως η τελευταία γενιά παιδιών, τα οποία περίμεναν τον Άγιο Βασίλη από την Καισαρεία που μας έφερνε δώρα την Πρωτοχρονιά και όχι τα Χριστούγεννα όπως κάνουν οι βόρειοι. Τραγουδούσαμε τα κάλαντα και είχαμε γλυτώσει από την υστερία των Jingle Bells, τον Ρούντολφ το ελαφάκι και το σχιζοφρενικό «Ηο ho ho» του χοντρόμπαλα Άη Βασίλη που ακούμε παντού ευχόμενοι να εξαφανιστούμε για να γλυτώσουμε από την παγκοσμιοποίηση και εμπορικοποίηση των Χριστουγέννων, που τους αφαιρούν την όποια ποίηση, κατάνυξη και μαγεία. Εύχομαι Καλά Χριστούγεννα και επί γης ειρήνη, με γαλήνη στις ψυχές μας, κάτι που θα είναι εφικτό μόνο αν σταματήσουν τα εγκλήματα πολέμου και οι σφαγές αμάχων στην Παλαιστίνη.
«…Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων
κι ο Βασιλεύς των ουρανών κι ο Ποιητής των όλων…»