Κωνσταντίνος Φίλης, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, και Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Συζητούσα μαζί του προχθές για τα γεωπολιτικά της ευρύτερης περιοχής της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τώρα που καίγεται, κυριολεκτικά, η Μέση Ανατολή, και του ζήτησα να σχολιάσει την επικείμενη επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό.
Μου είπε ότι πρόσφατα ήταν στην Κύπρο, όπου και συναντήθηκε τόσο με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη, όσο και με τον τουρκοκύπριο ηγέτη Ερσίν Τατάρ. Δίχως να εξαρτάται, είπε, η άποψή του από τις δύο αυτές συναντήσεις, πολύ κατηγορηματικά μου απάντησε ότι δεν έχει «καμία ελπίδα ότι θα βγει κάτι από μια νέα διαδικασία». Η πεποίθησή του του είναι ότι για να επιτύχει κάτι τόσο δύσκολο και τόσο πολύπλοκο όπως είναι το Κυπριακό, θα πρέπει και οι δύο πλευρές «να το θέλουν πραγματικά». Είναι σίγουρος, όπως και πολλοί άλλοι σοβαροί άνθρωποι, ότι «αυτό δεν υπάρχει τώρα».
Τούτο το σκεπτικό επιβεβαιώνεται και από συναντήσεις off-the-record που έχω κατά καιρούς με διπλωμάτες από χώρες της ΕΕ στην Αθήνα, και με τους οποίους συζητάμε αποκλειστικά «τον καημό του Κυπριακού». Εδώ και καιρό, λένε ακριβώς αυτά που λέει και ο Φίλης, αλλά και άλλοι πολλοί σοβαροί άνθρωποι εδώ στην Αθήνα. Ό,τι, δηλαδή, δεν έχουν καμία σοβαρή ένδειξη πως υπάρχει πραγματική βούληση για λύση.
Αυτό, τονίζουν, παρατηρείται και στις δύο πλευρές. Οπότε, μού είπε ένας Σκανδιναβός διπλωμάτης που ξέρει το Κυπριακό καλύτερα από πολλούς από εμάς, μια νέα πρωτοβουλία επανέναρξης των συνομιλιών, όπως έχουν τώρα τα πράγματα «δεν έχει κανένα απολύτως νόημα». Θα καταπέσει γρήγορα και εύκολα.
Η πλευρά μας, βεβαίως, ποντάρει πολύ στον «ευρωπαϊκό παράγοντα», που όμως τον είχαμε και πριν αυτόν, στην προηγούμενη προσπάθεια επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη. Τότε, τουλάχιστον στην έναρξη της διαδικασίας, υπήρχαν, και με το παραπάνω μάλιστα, και βούληση και ενθουσιασμός κι από τις δύο πλευρές. Και από την Άγκυρα. Τώρα, όχι.
Με όποιον σοβαρό διεθνολόγο και εάν μιλήσεις, το πρώτο πράγμα που θα σού πει για την αντιμετώπιση μεγάλων και πολύπλοκων κρίσεων, είναι ότι εκτός από τη βούληση να λύσεις ένα θέμα, πρέπει να έχεις και ένα εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που σού τρυπήσει το λάστιχο, αλλά πρέπει να συνεχίσεις αμέσως!
Το να αφήσεις το αυτοκίνητό σου στην άκρη του δρόμου, και να επιστρέψεις στη βάση σου με άλλο αμάξι ή και με ώτο-στοπ, δεν «λέει».
Η δική μας «εθνική οδός» του Κυπριακού, είναι διάσπαρτη από παρατημένα αυτοκίνητα με τρύπια λάστιχα, που πιά έχουν γίνει σαράβαλα.
Οι έγκυροι και σοβαροί πολιτικοί παρατηρητές θεωρούν ότι το να επανέλθεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους ίδιους όρους που είχες τις προηγούμενες φορές, είναι συνταγή αποτυχίας. Πόσο μάλλον όταν ο «αντίπαλός» σου πάντα έχει μια εναλλακτική πρόταση, προσθέτοντας νέα δεδομένα στο τραπέζι.
Η κίνηση αυτή, είναι σαν να σου λέει ότι «κάθε φορά που θα έρχεσαι για να συζητήσουμε νέα λύση, εγώ θα προσθέτω και κάτι άλλο». Ασφαλώς, τούτη η λογική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την δική μας πλευρά, δεδομένου μάλιστα ότι η Τουρκία την εφαρμόζει διαχρονικά, ακριβώς για να διατηρήσει ένα στάτους-κβο που θεωρεί (ορθώς) ότι την βολεύει.
Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που η δική μας πλευρά δεν πρέπει ποτέ να χάνει ούτε μια μέρα χωρίς να έχει το «πρόβλημα» στην πρώτη γραμμή. Δεν έχει πολυτέλεια διαλειμμάτων μια χώρα που έχει απωλέσει το μισό έδαφός της. Όφειλε να είναι κάθε μέρα «στα κάγκελα», και να μην περιμένει πότε θα εκλεγεί επόμενος Πρόεδρος για να ξαναβάλει στην ατζέντα την … καταστροφή μας.
Εμείς, αλήθεια, θα πάμε ξανά με την ίδια πρόταση, εδώ και 50 χρόνια;