Εκείνο το πρωινό της σχολικής αργίας, των Τριών Ιεραρχών, κοιμόμουν γλυκά κάτω από το βαρύ βαμβακένιο πάπλωμα ακούγοντας στον ύπνο μου ένα μεθοδικό κτύπημα από πέτρα. Δεν ήταν ενοχλητικό αλλά έμοιαζε με κρουστό όργανο συναυλίας, στην προκειμένη περίπτωση τη «Συναυλία των αμυγδαλωτών». Κοιτάζοντας από το παράθυρό είδα τη γιαγιά καθισμένη στη λιακάδα στα πλακάκια της αυλής, όπου είχε τοποθετήσει μια πλάκα και με την πέτρα της έσπαζε αμύγδαλα. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε πέτρα, ήταν η ηλιόπετρά της, που είχε φέρει πριν δεκαετίες από το χωριό της, την Τόχνη και μ’ αυτήν έσπαζε αμύγδαλα, καρύδια, τα κουκούτσια των χρυσομήλων ενώ με την ίδια τσάκιζε και τις ελιές το φθινόπωρο. Ένα αγαπημένο ιερό, οικιακό της σκεύος που ηλιαζόταν ολόχρονα στο πεζούλι του παραθύρου της κουζίνας, ως αναπόσπαστο μέρος του νοικοκυριού ή ως διακοσμητικό γλυπτό με χρηστικές ιδιότητες.
Το μίξερ και το μπλέντερ που είχε αγοράσει η μητέρα για να κάνει pavlova, καρδινάλιους και άλλα δυτικά ευρωπαϊκά γλυκά δεν το χώνευε και δεν το εμπιστευόταν η γιαγιά. «Αν δεν ζυμώσεις στο σιέριν κάαημένη μου» έλεγε. Και τα θεϊκά της αμυγδαλωτά είχαν αυτή τη μοναδική γεύση γιατί εκτός των άλλων κοπάνιζε τα αμύγδαλα στο χτιν ώστε να μην πικρίσουν. Παραδόθηκα στον ύπνο και όταν ξύπνησα ξανά, βρήκα στην κρύα κουζίνα τη μάμμα και τη γιαγιά να βουτούν κουλουράκια στον καφέ τους ενώ στο ράδιο που δεν έκλεινε ποτέ στο σπίτι ακουγόταν η φωνή του Σταμάτη Κόκοτα «Μ’ ένα όνειρο τρελό όνειρο απατηλό ξεκινήσαμε οι δυο μας» το οποίο συμπλήρωνε η μάμμα «και στου δρόμου τα μισά σβήσαν τ’ άστρα τα χρυσά ξαφνικά από τον ουρανό μας». Με άρπαξε στην αγκαλιά της, μου έδωσε ένα φιλί και σηκώστηκε να μου ετοιμάσει το πρόγευμα. Μοσχομύριζε το σπίτι άνοιξη από το ανθόνερο κι ας ήμασταν στην καρδιά του χειμώνα. Η ζύμη με περίμενε, έτοιμη στο ψυγείο, οπόταν και αρχίσαμε να πλάθουμε τα αμυγδαλωτά, τυλίγοντάς τα στο τέλος με ζάχαρη ενώ τοποθετούσαμε από πάνω ένα γαρύφαλλο, σαν σφραγίδα πιστοποίησης.
Εγώ που δεν κατάφερνα το σχήμα του αχλαδιού τα έπλαθα σαν μικροσκοπικές μπαλίτσες και όσο χάιδευα το μίγμα στις παλάμες μου, ένιωθα παντοδύναμη λες και έφτιαχνα ολάκερους πλανήτες. Η κρυστάλλινη ζάχαρη και η άχνη έμοιαζαν σαν χρυσόσκονη με το φως του πρωινού που έμπαινε στην κουζίνα, προσδίδοντας σε όλα μιαν άλλη διάσταση. Έλαμπε η αρμαρόλα, η πορσελάνινη βούρνα, τα φλιτζανάκια του καφέ και το μπακιρένιο μπρίκι. Τα καθημερινά αντικείμενα αποκτούσαν στη φαντασία μου άλλη μορφή και διάσταση από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Το χτιν και η πέτρα γίνονταν μουσικά όργανα, το μπρίκι και το μπουκαλάκι της βανίλιας λυχνάρια και μαγικά φιαλίδια, όπου κρύβονταν τζίνι με τα μυστικά και τις υπόγειες τους δυνάμεις.
Όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων έτσι κι εγώ δεν χωρούσα από την τόση χαρά και ευδαιμονία στην κουζίνα του σπιτιού. Μεγάλωνα, πετούσα πάνω από χιονισμένες με ζάχαρη άχνη πολιτείες του Βορρά, στη μακρινή δύση, στην Casablanca και στις μακρινές Ινδίες που έβλεπα από ταινίες και σειρές στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο. Το απομεσήμερο που όλοι ξάπλωσαν και η γιαγιά αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα της τζαμαρίας με τον Φιλελεύθερο να της πέφτει από τα χέρια, εγώ ξαπλωμένη σαν χανούμισσα στο ντιβάνι με το ηλιούδι να με χαϊδεύει, απολάμβανα τα πρώτα αμυγδαλωτά με τον γάτο μας τον Σούτυ στα πόδια μου. Άκουγα από το ραδιόφωνο τις αστυνομικές περιπέτειες του ντετέκτιβ Τζοβάνι, πετώντας μαζί του πέρα από το νησί, βοηθώντας τον να λύσει τους γρίφους και να συλλάβει τους κακούς, γιατί αυτοί δεν είχαν θέση σε ένα κόσμο αγγελικά πλασμένο, όπως αυτόν ενός εφτάχρονου κοριτσιού που ξέγνοιαστο πλάθει και έπειτα τρώει αμυγδαλωτά σ’ ένα σπίτι ανοιχτόκαρδο και ηλιόλουστο, στο νησί του ανατέλλοντος ηλίου.
Μα οι μοίρες με τις υπόγειες υποχθόνιες δυνάμεις τους ή και οι «μεγάλες δυνάμεις» μπορεί να πλέκουν άλλα σχέδια από τα έγκατα της γης ή από ψηλά κτίρια όπου στεγάζονται διπλωματικά γραφεία και foreign offices. Η τουρκική εισβολή και η ασθένεια της μητέρας ζήλεψαν το νησί με τα αμυγδαλωτά, τα σπιτάκια μέσα σε περιβόλια από εσπεριδοειδή και ελαιώνες, φέρνοντας τέλος στις ξέγνοιαστες ηλιόλουστες μέρες που μύριζαν καφέ και ανθόνερο. Μας πήραν τα σπίτια μας, αμαύρωσαν τις ψυχές μας, έσβησαν τα όνειρα και τις απλές καθημερινές χαρές μας. Δέσαμε πέτρα την καρδιά μας και προχωρήσαμε μέσα στον χρόνο. Μισός αιώνας από τότε…
«Ποια μοίρα με ζηλεύει / ποιο μάτι φθονερό /
και χάθηκε μια αγάπη / προτού να τη χαρώ /
σαν πλοίο που ναυάγησε / σαν νούφαρο που μάδησε /
στης λίμνης μέσα το θολό νερό /
Με ελπίδες λιγοστές / έστω και απατηλές / να γυρίσεις περιμένω /
ίσως βγει αληθινό / τ’ όνειρό μου το τρελό / τ’ όνειρό μου το ναυαγισμένο»
(Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου / Μουσική: Απόστολος Καλδάρας)
dena.toumazi@gmail.com