Όταν παντρεύτηκε ο Λεωνίδας άρχισε να χτίζει το σπίτι του πέτρα την πέτρα και κάμαρη την κάμαρη. Δεν βιαζόταν, είχε όλη τη ζωή μπροστά του. Κάποια στιγμή φύτεψε κάτω στη φραχτή με τις αγκινάρες και τα λαχανικά μιαν αμυγδαλιά, μια σταλιά πράμα που έβλεπε χρόνο με τον χρόνο να μεγαλώνει, ν’ ανθίζει, να φουντώνει και να δίνει καρπό. Δεν έμαθε ποτέ πως ονομαζόταν αμυγδαλιά αφού όλοι στο χωριό την γνώριζαν ως «αθασιά». Ήταν ένας προάγγελος της άνοιξης που βιάζεται ν’ ανθίσει μες στη βαρυχειμωνιά, σκορπώντας για λίγο την εφήμερη ομορφιά.

Για την ομορφιά της την ήθελε κι ο Λεωνίδας, να την βλέπει στολισμένη και να χαίρεται. Να μοσχομυρίζει μες στον χειμώνα και να κάθεται στον ίσκιο της το καλοκαίρι. Τα αθάσια της αρκούσαν για να γεμίζει τη φούχτα του και να ποσκολλιέται τις κρύες νύχτες δίπλα στην τσιμινιά ή για να γεμίζει την τσέπη του σαν έβγαινε στον κλάδκιο τον Φεβρουάριο. Με αυτά έφτιαχναν σουμάδα για να ζεσταθούν και στόλιζαν τα κόλλυβά τους, μνημονεύοντας τους απόντες που είχαν φύγει για τους ουρανούς.

Οι ουρανοί ήταν συχνά φορτωμένοι τέτοια εποχή, ευλογία οι βροχές για τ’ αμπέλια και τα σπαρτά τους. Όταν άσπριζε η κορφή του Τροόδους από τα χιόνια, έκανε παγετό στο χωριό και δεν μπορούσαν να βγουν από το σπίτι μέχρι να βγει ο ήλιος να τον λιώσει. Σαν φυσούσε ο Βορκάς λύγιζαν τα κλαδιά της αθασιάς, σκορπίζοντας μακριά τα άνθη της. «Ζάβαλλε μου, τζαι ετιτσιρώθηκεν» έλεγε αναστενάζοντας ο Λεωνίδας. Μα μόνο αυτή ήξερε πότε ήταν η ώρα της ν’ ανθίσει και να καρπίσει, να ντυθεί με τα πράσινα φύλλα της μέσα στα οποία κρύβονταν τα πράσινα δροσιστικά φρέσκα αθασούδκια, πριν ακόμη σκληρύνει το κέλυφός τους.

Τριγύρω από το χωριό εκτός από τα αμπέλια και τις χαρουπιές φύτρωναν πολλές αμυγδαλιές. Ο Λεωνίδας είχε κι αυτός τις δικές του, με τις οποίες όμως δεν είχε καμιά στενή προσωπική σχέση όπως με αυτή της φραχτής του. Απλά μάζευαν τους καρπούς τους, τους φόρτωναν στα γαϊδούρια και τα έστελναν στην πόλη για να πουληθούν στους αστούς. Είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα απέραντη και παντοδύναμη όταν κατέβηκε στην πόλη στα τριάντα του, τότε που ο γιος του θα πήγαινε γυμνάσιο. Λιμενεργάτες πηγαινοέρχονταν στην αποβάθρα, κουβαλώντας στους ώμους τους σακιά που στοίβαζαν στις μαούνες. Απ’ εκεί φορτώνονταν σε καράβια που περίμεναν αγκυροβολημένα στα βαθειά.

Μπορεί κάποια σακιά να περιείχαν τεράτσια, αθάσια και σταφίδες από τη δική του σοδιά σκέφτηκε. Θα διέσχιζαν θάλασσες και θα έφταναν σε ξένους τόπους, απ’ αυτούς που ο ίδιος δεν θα έβλεπε ποτέ. Να ’ταν τα ίδια καράβια που είχαν πάρει μακριά τους χωριανούς και τους συγγενείς του που ξενιτεύτηκαν και δεν ξαναγύρισαν; Μόνο έστελναν κάθε τόσο ριάλια στην οικογένεια και ένα γράμμα-σημείωμα γραμμένο από κάποιο γραμματιζούμενο εφόσον οι ίδιοι δεν ήξεραν ούτε να γράφουν ούτε να διαβάζουν. «Είμεθα καλά το αυτό επιθυμούμε και δι’ υμάς». Κανείς δεν καταλάβαινε ακριβώς τι ήθελαν να πουν τα λόγια αυτά. Σημασία είχε πως ήταν καλά!

Στον ίσκιο της αθασιάς του καθόταν να ξαποστάσει τα καλοκαίρια με τις χιλιάδες ζίζυρους να τραγουδούν ασταμάτητα στις φυλλωσιές της. «Χάρηνε μου τους» έλεγε με καμάρι, ενώ με ένα σουγιά έσχιζε τα καλάμια για να φτιάξει τις κοφίνες του. Η αθασιά άνθιζε πάντα ακόμη και μετά που ο Λεωνίδας και η Στασού έφυγαν από τη ζωή και κοιμήθηκαν ήσυχα όπως έζησαν στο κοιμητήρι που βρίσκεται στο έμπα του χωριού. Την άνοιξη έστελνε ως εκεί κάτω τους λευκούς ανθούς της για να τους χαιρετίσει, ενώ συνέχιζε να δέχεται τους βοριάδες και τις βροχές τους χειμώνες, ακόμη και εν τη απουσία τους. Έτσι περνούσαν τα χρόνια μες στην ιεροτελεστία των τεσσάρων εποχών.

Ο Παναγιώτης, ο μοναχογιός του Λεωνίδα αναπαλαίωσε μετά από χρόνια το σπίτι, οπόταν και ανέβαινε στο χωριό με τις κόρες και εγγονές του. Χάρηκε η αμυγδαλιά που κάθονταν στον ίσκιο της και κουβέντιαζαν. Την θαύμαζαν σαν άνθιζε, την φωτογράφιζαν και έκοβαν ανθισμένα κλαδάκια για να πάρουν μαζί τους στην πόλη. Μια μέρα του Φεβρουαρίου ανεβαίνοντας στο χωριό αντίκρισαν άδεια τη φραχτή. Ποιος κακός άνεμος ή κοσμοχαλασιά κατάφερε να ξεριζώσει την αθασιά, αυτή που στεκόταν για μισό αιώνα αγέρωχη και περήφανη; Την είχε κόψει κάποιος χωριανός χωρίς να έχει κακιά πρόθεση. «Να καθαρίσει ο τόπος σιόρ, ήταν εκατόν γρονών το παλιόδεντρον». Την έκανε καυσόξυλα ανάβοντας μ’ αυτά την τσιμινιά του. «Μα γιατί δεν μας ρώτησες πριν την κόψεις; Eθέλαμεν την, την αθασιά μας» του είπαν. Αυτός τις κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, ολίγον τι παραξενεμένος και παρεξηγημένος. «Ίντα ’ν που ’ννα την κάμετε; Αφού αθάσια εν κάμνει πιον». Πέρασε καιρός να ξαναμιλήσει στις αστές που ανέβαιναν στο χωριό με τις ιδιορρυθμίες, τις παραξενιές και τα χούγια τους.