Είχαμε συναντηθεί το μεσημέρι της Τρίτης και μού μίλησε για την κατάσταση αστεγίας που βιώνει.
Λίγο πριν νυχτώσει κι ενώ έβρεχε, μού τηλεφώνησε: «Είμαι στη στάση των λεωφορείων στο νοσοκομείο Λευκωσίας, απόψε θα πάω στη Λάρνακα… δεν αντέχω το κρύο στη Λευκωσία, θα πεθάνω…Δεν ξέρω πού θα κοιμηθώ…σε καμιά καρέκλα στις Φοινικούδες, μετά που θα κλείσουν οι καφετέριες…το στέγαστρο της στάσης είναι μικρό και δεν μας καλύπτει όλους. Γίναμε όλοι μούσκεμα…Είμαι 70 κιλά και τώρα ζυγίζω 200 κιλά από το νερό…βράχηκα ολόκληρος και γέμισαν νερό τα παπούτσια μου. Δεν έχω ρούχα να αλλάξω…».
Προσπάθησα να τον καθησυχάσω, τού είπα ότι θα έρθει σύντομα το λεωφορείο…αλλά ένιωθα τα λόγια μου φτωχά.
Σκεφτόμουν ότι πέρα από την οποιαδήποτε δική του ευθύνη, πέρα από ενδεχόμενες λάθος επιλογές ή απλώς την ατυχία που τον έφερε σε αυτή τη στάση λεωφορείων, υπάρχει η οδυνηρή στιγμή ενός ανθρώπου που στέκεται βρεγμένος και απροστάτευτος μέσα στη βροχή, που δεν έχει ρούχα να αλλάξει, που δεν τον περιμένει κανένας – μόνο μια άλλη νύχτα περιπλάνησης μέσα στο καταχείμωνο…