Παρακολουθώντας τις εκπαιδευτικές εξαγγελίες διαβάζω για αφαίρεση ύλης, ΠΑΛΙ.
Κάποτε επί υπουργίας Πεύκιου Γεωργιάδη πήραμε την εντολή να αφαιρεθεί το 1/3 της ύλης σε όλα τα μαθήματα. Δεν ζητήθηκε η γνώμη των αρμοδίων επιθεωρητών, πρώτων λειτουργών κ.τ.λ. ΔΙΑΤΑΓΗ. Δηλαδή αν π.χ. το διδακτικό βιβλίο της Β’ Λυκείου ήταν 150 σελίδες στη Φυσική έπρεπε με απλή αριθμητική να αφαιρεθούν 50 σελίδες, να μείνουν μόνο 100 σελίδες. Μαζί με το συνάδελφο επιθεωρητή φυσικής αφήσαμε 103 σελίδες διότι δεν ταίριαζε, έπρεπε να τελειώσει ένα σημαντικό κεφάλαιο. Κάποιος μας «κάρφωσε» οπότε ο υπουργός μας κάλεσε στο γραφείο του και μας κατσιάδιασε διότι παρακούσαμε την διαταγή του. Μάταια προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε ότι έπρεπε να τελειώσει το κεφάλαιο στο οποίο βασίζονταν και τα επόμενα κεφάλαια αλλά και η ύλη της Γ’ Λυκείου. Αναγκαστήκαμε να υπακούσουμε. Έκτοτε αφαιρέθηκε και άλλη ύλη. Τώρα συζητούν για αφαίρεση ύλης πάλι.
Η πραγματική ιστορία που ανάφερα μαρτυρεί την προχειρότητα με την οποία γίνονται οι αλλαγές στην εκπαίδευση.
Μόνο κατσιάρισμα του εκάστοτε υπουργού για να δείξει ότι κάτι κάμνει.
Δυστυχώς, οι λανθασμένες αποφάσεις στην εκπαίδευση φαίνονται μετά από χρόνια.
Όμως, η διδακτέα ύλη είναι το μέσον προπόνησης του «νου», δεν προπονείται το μυαλό στο κενό. Όπως ένας αθλητής χρειάζεται προπόνηση για να αποδώσει έτσι και τα παιδιά μας χρειάζονται «προπόνηση» για καλύτερα αποτελέσματα. Τα παιδιά μας δεν είναι βλάκες να κατατάσσονται πολύ χαμηλά στις διεθνείς εξετάσεις.
Η σύγχρονη νευροεπιστήμη απέδειξε ότι όσο περισσότερες προκλήσεις και ερεθίσματα δεχθεί ένα υγιές παιδί τόσο περισσότερες συνάψεις θα δημιουργηθούν στον εγκέφαλο. Στο ένα άκρο υπάρχει το παράδειγμα των λεγόμενων παιδιών του Τσαουσέσκου όταν είχε απαγορεύσει τον προγεννητικό έλεγχο και τις εκτρώσεις. Αποτέλεσμα να γεμίσουν τα ιδρύματα με παρατημένα παιδιά που απλά υπήρχαν, χωρίς ερεθίσματα, χωρίς αγκαλιές, χωρίς να τους δίνει κανένας σημασία. Σε λίγα χρόνια τα περισσότερα απ’ αυτά χαρακτηρίστηκαν με νοητική στέρηση. Στο άλλο άκρο οι παρατηρήσεις στον εγκέφαλο του Albert Einstein, ο οποίος δέχτηκε να τον αφήσει στην επιστήμη μετά θάνατο. Το σημείο του εγκεφάλου του στο οποίο οφείλεται η φυσικομαθηματική σκέψη ήταν «εξογκωμένο» κατ’ ανάλογο τρόπο που τα χέρια κάποιου που ασχολείται με την άρση βαρών είναι γεμάτα μυς.
Σε όλες τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις εξαγγέλλεται και η καλλιέργεια κριτικής σκέψης ως να είναι κάτι που θα μαθευτεί απλά όπως μια ιστορία. Όμως, τα παιδιά μιμούνται, μόνο αν στη διδασκαλία του εκπαιδευτικού υπάρχει κριτική σκέψη, αν με τις ερωτήσεις του προβληματίζεται ο μαθητής, τότε μαθαίνει να σκέφτεται. Κάποτε ρώτησαν ένα Νομπελίστα Φυσικής πώς ανέπτυξε τον τρόπο σκέψης του. Η απάντηση πολύ απλή: Με την καθοδήγηση του πατέρα μου, που ζητούσε να επιχειρηματολογήσω, να εξηγήσω το καθετί και αν δεν γνώριζα κάτι να υποβάλλω τις κατάλληλες ερωτήσεις.
Η διδασκαλία της κριτικής σκέψης μπορεί να αρχίσει από πολύ νεαρή ηλικία.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κολούμπια Matthew Lipman (1923-2010), εισηγήθηκε την μέθοδο Philosophy for Children. Δεν πρόκειται για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας στα παιδιά αλλά τη διδασκαλία δεξιοτήτων σκέψης και την καλλιέργεια διαμόρφωσης κατάλληλων ερωτήσεων από τα ίδια τα παιδιά ώστε αυτά να κατευθύνουν τη γνώση τους. Ο Lipman έγραψε σχετικά κείμενα με παραδείγματα που ξεκινούν από το νηπιαγωγείο. Τα ίδια παραμύθια να προσφέρονται με άλλο τρόπο.
Βασικά, δεν φταίει η ύλη αλλά ο τρόπος, η μέθοδος που προσφέρεται η ύλη.
Οι μαθητές μας δεν είναι βλάκες, όμως καταποντίστηκαν στις διεθνείς εξετάσεις PISA. Υπεύθυνος διοργανωτής των εξετάσεων ήταν ανέκαθεν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο με επί σειρά ετών διευθύντρια την Αθηνά Μιχαηλίδου, η οποία μετά τα τελευταία αποτελέσματα, υπουργός τώρα, μας αποκάλυψε ότι «φταίει το σύστημα»! Ένα σύστημα του οποίου ήταν πρωταγωνίστρια και με το οποίο δεν διαφώνησε ποτέ. Δήλωσε ότι θα κάμει πολλές αλλαγές στο σύστημα, κοινώς θα αλλάξει τα «φώτα» του συστήματος.
Την Πέμπτη (1/2/2024) παρακολούθησα μια εξαίρετη διάλεξη του καθηγητή Φιλοσοφίας και ιδρυτή της Σχολής Ήρεμης Σκέψης, Γιάννη Χριστοδούλου, με θέμα «Φιλοσοφία και Παιδεία». Με αφετηρία το πιο σημαντικό κείμενο κάποιας περασμένης χρονιάς, για τον υπό έμφαση στόχο, που στάληκε στα σχολεία και δημοσιοποιήθηκε στο διαδίκτυο, ο καθηγητής έθεσε καίρια ερωτήματα. Τεκμηρίωσε ότι το κείμενο έχει ασάφειες και αντιφάσεις και ότι οι συγγραφείς σαφώς δεν είχαν κριτική σκέψη. Αναφέρει το κείμενο: «… Έχοντας ως αφετηρία τις αλλαγές που έγιναν και γίνονται στα Αναλυτικά μας Προγράμματα, επιδιώκουμε όπως τεθεί ως κυρίαρχος στόχος η βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων.» «Η ανάλυση της στόχευσης αυτής θα γίνει από τις Διευθύνσεις, έτσι ώστε να καθοριστούν, ανάμεσα σε άλλα, σε ποιο μάθημα / ποια μαθήματα θα επιδιωχθεί, με ποιες μεθόδους, με ποια εργαλεία κ.τ.λ….» (σε όλα τα μαθήματα λέμε εμείς).
Δόθηκε περιθώριο τριών ημερών στις Διευθύνσεις των σχολείων να καθορίσουν πώς θα βελτιώσουν τα μαθησιακά αποτελέσματα οπότε αν στο τέλος δεν βελτιωθούν, σαφώς θα φταίνε οι Διευθύνσεις των σχολείων. Αυτό «μυρίζει» μετακύλιση ευθυνών.
Οι δεξιότητες σκέψης αντιμετωπίζονται ως να είναι κάτι που μαθαίνεται, μια ιστορία. Είναι κάτι ανάλογο με ένα τεχνίτη, ένα οποιονδήποτε τεχνίτη, που προσπαθεί να διδάξει τους μαθητευόμενους του με την θεωρία και τις παραινέσεις χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να δημιουργήσει ένα ωραίο τέχνημα. Η διδασκαλία πρέπει να επικεντρώνεται στην πράξη, στη δημιουργία κομψοτεχνήματος από τον ίδιο τον διδάσκοντα.
Ας μάθουν… τέχνη πρώτα στα υψηλά δώματα του ΥΠΠ…