Κάθε φορά που χτυπούσε η καμπάνα, ή μάλλον πριν ακόμα χτυπήσει, μια αδύνατη φιγούρα ξεπρόβαλε από το τέρμα του δρόμου. Περπάτημα ασταθές σε τρία πόδια, το μπαστούνι απαραίτητος εξοπλισμός, έμοιαζε να λικνιζόταν. Είχε εξιστορήσει σε γειτόνισσα πώς είχε πέσει και χτυπήσει στο παρελθόν, έτσι παρέμενε το πρόβλημα στο ένα πόδι. Αλλά πώς να μην παραμείνει αφού δεν φρόντιζε τον εαυτόν της όπως έπρεπε. Όπως φάνηκε εκ των υστέρων δεν είχε επισκεφτεί τον προσωπικό της ιατρό ούτε μια φορά παρά το προχωρημένο της ηλικίας της. Υπόφερε στωϊκά όλα τα συνεπαγόμενα της ηλικίας της, μόνη της όπως πάντα. Μοναδική της έξοδος η εκκλησία που ήταν και ο μόνος χώρος κοινωνικοποίησης της. Εκεί μπορούσε να πει καλημέρα, να πει δυο λόγια με συνανθρώπους της.

Ζούσε σε πυκνοκατοικημένη περιοχή της Λευκωσίας, ο δρόμος της είχε γεμίσει πολυκατοικίες. Αυτή έμενε σε μια παράγκα στο βάθος ενός μεγάλου οικοπέδου, το οποίο με τα σημερινά δεδομένα άξιζε πολλά. Ανήκε στον σύντροφο της που έφυγε εδώ και καιρό. Ζούσαν εκεί και τον βοηθούσε στην εργασία του. Εκεί ήταν η εργασία του, αρτοποιός, φούρναρης σε χρόνια παλιά που δεν υπήρχαν οι μεγάλοι φούρνοι όπως σήμερα. Με την εργασία του βιοπορίζονταν και έμεναν στον ίδιο χώρο. Δύο δωμάτια από τσίγκο, χωρίς παράθυρα, χωρίς φως. Ήταν αρκετά όμως για τη Μαρία, είχε κάπου να μείνει στη γειτονιά της, τη γειτονιά που συνήθισε. Ίσως κάποιοι να ήθελαν το οικόπεδο για αξιοποίηση και η Μαρία ένιωθε ανασφάλεια. Απόδειξη τα ψηλά κάγκελα στην είσοδο ήταν πάντα διπλοκλειδωμένα, δεν υπήρχε πρόσβαση προς το σπίτι. Δεν έφτανε που υπήρχε ψηλός φράκτης γύρω και πίσω από το φράκτη είχε τοποθετήσει όλων των ειδών τα αντικείμενα ως μέσον αποτροπής εισόδου ξένων παρείσακτων.

Η Μαρία δεν είχε κανένα να μένει μαζί της. Δεν είχε παιδιά αλλά ούτε σύντροφο πλέον. Είχε φύγει πριν χρόνια αφήνοντας την μόνη της, χωρίς να την εξασφαλίσει. Ήταν παντρεμένος με παιδιά όταν εγκατέλειψε την πρώτη σύζυγο και ζούσε με τη Μαρία. Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τους λόγους του χωρισμού, το γεγονός είναι ότι η γριά έμεινε απροστάτευτη και μόνη.

Η γειτονιά δεν ασχολείτο με τη γριά παρά μόνο κάποιες εξαιρέσεις. Λίγες φίλες της στην εκκλησία τη συναναστρέφονταν και κάποτε της έδιναν μερικά πράματα. Μια γειτόνισσα την πρόσεξε και διερωτήθηκε ποιά είναι. Έμαθε κάποιες λεπτομέρειες της ζωής της και φρόντισε να την πιάνει κουβέντα κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το σπίτι της καθ’ οδόν προς την εκκλησία. Έμαθε την ιστορία της από πρώτο χέρι. Είχε αδελφές, της είπε, που και αυτές ήταν όλο βάσανα. Αυτές είχαν παιδιά αλλά είχαν οικογένειες και δεν μπορούσαν να τη φροντίζουν. Καμάρωνε που είχε συγγενή ιερωμένο. Τελευταία είχε μια δίκη που στενοχώρησε πολύ τη Μαρία και την αναστάτωσε.

Η γειτόνισσα πρόσεξε ότι η Μαρία είχε μέρες να φανεί. Χτυπούσε η καμπάνα και δεν φαινόταν η γνώριμη φιγούρα από το βάθος του δρόμου με το μπαστουνάκι. Διερωτήθηκε μήπως είχε πάει στην αδελφή της στο χωριό αλλά πάλι δεν θα της το ‘λέγε; Πάντα της έλεγε τα νέα της. Είχε προνοήσει να ανταλλάξουν τηλέφωνα, η Μαρία είχε μόνο σταθερό τηλέφωνο στο σπιτάκι της. Η γειτόνισσα έπαιρνε τηλέφωνο στο σπίτι αλλά κανείς δεν το σήκωνε. Αυτή επέμενε όταν μετά τέσσερις μέρες το σήκωσε η Μαρία και με τρεμάμενη φωνή της είπε ότι δεν είναι καθόλου καλά, δεν τη σώνουν τα πόδια της. Η πρώτη τη ρώτησε αν έχει φαγώσιμα και αμέσως φρόντισε να της ψωνίσει. Τα κρέμασε στα κάγκελα αφού ήταν κλειδωμένα και ειδοποίησε τη Μαρία να τα πάρει. Όταν ξαναπέρασε η γειτόνισσα πρόσεξε ότι κάποιος τα ξεκρέμασε και θα τα έβαλε μέσα οπότε θεώρησε ότι η γριά ήταν καλύτερα. Όμως, καλού κακού ενημέρωσε όλες τις γνωστές της Μαρίας ότι ήταν άρρωστη. Αυτές κινητοποιήθηκαν αμέσως και αφού τώρα τα κάγκελα ήταν ξεκλείδωτα μπήκαν μέσα. Την βρήκαν ξαπλωμένη και ανήμπορη στο κρεβάτι. Ειδοποιήθηκε το ασθενοφόρο που έφτασε αμέσως. Με δυσκολία την μεταφέρανε στο νοσοκομείο όπου οι γιατροί τη βρήκαν σε άσχημη κατάσταση. Μέχρι το βράδυ η γέρικη καρδιά δεν άντεξε, σταμάτησε να χτυπά.

Η Μαρία, μια άσημη γυναίκα του λαού είχε αξιοπρέπεια και ήθος. Διότι η αξιοπρέπεια και το ήθος δεν έχουν να κάνουν ούτε με τα πτυχία ούτε με την προβολή για την οποία ψοφούν μερικοί. Δεν ζητούσε ποτέ τίποτε, δεν παραπονιόταν, έλεγε πάντα «έχει ο Θεός». Απόφοιτη μόνο του γυμνασίου ήταν καλλιεργημένη, δεν είπε ποτέ λόγο κακό για κανένα. Βαθιά θρησκευόμενη εναπόθετε τις ελπίδες της στον Θεό.

Η Μαρία πρόλαβε να δει όλες τις φίλες της γύρω της να προσπαθούν να βοηθήσουν, όπως μπορούσε η καθεμιά. Θα ήταν πολύ πιο τραγικά τα πράματα αν κανένας δεν αντιλαμβανόταν την απουσία της και έσβηνε μονάχη στην παράγκα της. Υπάρχει ακόμα ανθρωπιά στον κόσμο και μερικές φορές ένα χαμόγελο, μια καλημέρα, μια καλή κουβέντα είναι αρκετά για κάποιον που είναι μόνος του.