Ήταν το στερνοπαίδι της οικογένειας, που είχε αδυναμία στη μητέρα του την οποία επισκεπτόταν καθημερινά όσο αυτή ζούσε, πίνοντας μαζί της καφέ με παξιμάδια και ελιές τσακιστές. Το σπίτι που μεγάλωσε ήταν το μοναδικό ανάμεσα σε περιβόλια και χωράφια που έσμιγαν με τη θάλασσα, ένα μακρινάρι, με όλα τα δωμάτια να βλέπουν στον νότο και την ανατολή, ηλιόλουστα και ανοιχτόκαρδα. Ο κτηνοτρόφος πατέρας του, αγόρασε αυτές τις εκτάσεις για να βόσκουν οι αγελάδες του, αφού η παραλιακή γη ήταν πάμφθηνη, δεν την ήθελαν τη θάλασσα οι νησιώτες, τη φοβόντουσαν γι’ αυτό και κατέφευγαν στα βουνά.
H θάλασσα ήταν που εδώ και αιώνες τους έφερνε μόνο το κακό και την καταστροφή. Σαν έβλεπαν καράβια να πλησιάζουν, κρύβονταν, άναβαν φωτιές στις φρυκτωρίες για να πάει το μήνυμα σ’ όλο το νησί πως ήρθαν πάλι Σαρατζηνοί και ξένοι κατακτητές να πολιορκήσουν τον τόπο τους. Πάλι θα γίνονταν σφαγές, θα τους έπαιρναν τις γυναίκες, τις κόρες, τα παιδιά και τη σοδειά τους. Η θάλασσα δεν έφερνε μόνο τους εχθρούς αλλά έπαιρνε μαζί της και τους κατοίκους του νησιού από τις αρχές του 20ου αιώνα για να γλυτώσουν από τη φτώχεια, τις ανομβρίες και τις θεομηνίες.
Με το βλέμμα πάντα στραμμένο στον ουρανό οι άνθρωποι εναπέθεταν τις ελπίδες τους στο Θείο, γύρευαν κάποια σημάδια στον ουρανό, έκαναν λιτανείες, «βρέξε, θεέ μου». Να πιει η μητέρα γη και να καρπίσει. Κι αν οι προσευχές τους δεν εισακούονταν, για να ξεφύγουν από την πείνα, την εξαθλίωση και τις βαριές φορολογίες που επέβαλλαν οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, τότε στρέφονταν προς τον Νέο Κόσμο ή το πιο ειρωνικό στην ίδια τη χώρα του κατακτητή, όπου μετανάστευαν «προσωρινά». Αυτό έκανε λιγότερο οδυνηρό τον αποχωρισμό, δούλευαν σε φάμπρικες και σ’ εστιατόρια, στέλνοντας τα χρήματα στην οικογένειά τους για να έχει ψωμί να φάει, να προικισθούν οι κόρες τους ώστε να μπορούν να παντρευτούν.
Ο Κόκος μεγάλωνε στο παράκτιο σπίτι με τα αδέλφια και τα ξαδέλφια του που ήταν ορφανά από πατέρα και είχαν τον δικό του σαν αντικαταστάτη και στήριγμα. Ήταν η πρώτη γενιά των κατοίκων του νησιού που εξοικειώθηκαν με τη θάλασσα, όχι μόνο δεν τη φοβόντουσαν αλλά φόρεσαν μαγιώ, βουτούσαν σ’ αυτήν, έμαθαν να κολυμπούν και να κωπηλατούν, έχοντας πορθήσει αυτό το απροσπέλαστο υδάτινο τείχος που μέχρι τότε μόνο ελάχιστοι ψαράδες τολμούσαν να δαμάζουν καθημερινά καινα ξανοίγονταν στα βαθιά, ρίχνοντας τα δίκτυά τους. Περιζήτητη και πανάκριβη η ψαριά τους, μόνο οι προύχοντες μπορούσαν να αγοράσουν ψάρι και να εντυπωσιάσουν τους καλεσμένους τους με το σπάνιο αυτό έδεσμα.
Αγάπησε τη θάλασσα, όπου κατέφευγε και κολυμπούσε μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο καλλιεργούσε το περβολούδι και τον λαχανόκηπό του. Όταν συνταξιοδοτήθηκε πηγαινοερχόταν καθημερινά, περνώντας εκεί τη μέρα του, ενώ επιστρέφοντας μοίραζε φρούτα και λαχανικά σε φίλους και συγγενείς.
Αυτός ήταν που για δεκαετίες έκοβε κάθε Χριστούγεννα κυπαρισσάκια που διένεμε σε όλη την οικογένεια για να τα στολίσουν. Στην ουσία δεν ήταν δεντράκια αλλά κλαδιά από τα γιγάντια κυπαρίσσια που προστάτευαν την περβόλα με τα εσπεριδοειδή από τους θαλασσινούς ανέμους και τους βοριάδες. Δεν θα μπορούσε ποτέ του να κόψει ή να ξεριζώσει δέντρο, τόσο αγαπούσε τη γη γι’ αυτό και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του απλός και γήινος. Πλακατζής και πειραχτήρι, έκανε τους γύρω του να γελούν και κάποιους που πιάνονται με του ψύλλου πήδημα να παρεξηγούνται, ελλείψει χιούμορ. Πείραζε τη γιαγιά Δέσποινα, η οποία μακαριακή ως το κόκκαλο, δεν δεχόταν μύγα στο σπαθί της για τον Μακάριο κι αυτός έβαζε λάδι στη φωτιά, σπάζοντας πλάκα με τις αντιπαραθέσεις και τους καυγάδες των μακαριακών και γριβικών θείων στον απογευματινό καφέ.
Χαιρόταν να βλέπει τα δέντρα, τα σπαρτά και τα άνθη του να μεγαλώνουν, να ανθίζουν και να δίνουν καρπό. Δεν τον ενδιέφεραν οι επιχειρήσεις ούτε οι επενδύσεις, οι πολυκατοικίες και τα developments που θα μπορούσε να είχε κάνει, η γη ήταν που τον έκανε ευτυχισμένο, όταν σκυφτός δούλευε το χώμα. Με τα κυπαρίσσια του σηματοδοτούνταν στα σπίτια μας οι γιορτές των Χριστουγέννων. Σκόρπιζε μυρωδιές λουλουδιών που μάζευε από τα λιβάδια, γεύσεις εποχιακές από τα σύκα, τα μανταρίνια, τους ανθούς αλλά και τη νοστιμότατή του σούβλα τον Δεκαπενταύγουστο, στο εξοχικό του στις Πλάτρες.
Μας περίμενε με τις πιτζάμες στον δρόμο βάζοντάς μας τις φωνές αφού παρασέρναμε την κόρη του, τη μικρότερή μας ξαδέλφη σε νυχτερινές εξόδους, ξεπερνώντας κατά πολύ τη συμφωνηθείσα ώρα επιστροφής. Μας έψαλλε τον εξάψαλμο και φεύγαμε με το κεφάλι χαμηλωμένο ως την επόμενη φορά που θα το ξανακάναμε. Την άλλη μέρα κιόλας αν τον συναντούσα σκυφτό στον λαχανόκηπο της γιαγιάς Ανδριανής, θα μου πρόσφερε ένα ματσάκι μιτσικόρυδα ή ένα καλαθάκι βαβάτσινους, αν ήταν καλοκαίρι, για να μου δείξει πως με είχε συγχωρέσει. Ο αγαπημένος υπέροχος θείος Κόκος, ο «coco-chanel» όπως τον φώναζα κάποτε, ήταν ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να κρατήσει κακία σε κανένα.
dena.toumazi@gmail.com