Τι λένε τα ίδια τα παιδιά για τη βία και τον σχολικό εκφοβισμό.

Κάθε τόσο μαθαίνουμε και για κάποιο νέο περιστατικό βίας σε σχολείο. Οι αρμόδιοι, από το υπουργείο Παιδείας τους εκπαιδευτικούς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις τους, τους διευθυντές των σχολικών μονάδων μέχρι τους βουλευτές, επιχειρούν να το αντιμετωπίσουν με διάφορους τρόπους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα: Οι τιμωρίες των νεαρών παραβατών (κυρίως με αποβολή), τα όλο και ψηλότερα κάγκελα στα σχολεία-κλουβιά, οι κάμερες παρακολούθησης και οι φύλακες δεν συνέβαλαν ούτε καν στη μείωση τέτοιων περιστατικών, τα οποία κυμαίνονται από την εκφοβιστική συμπεριφορά απέναντι σε άλλα παιδιά ή σε καταστροφές μέσα στο σχολείο, ακόμα και σε επιθέσεις κατά καθηγητών.

Όταν η ΟΕΛΜΕΚ, η οργάνωση των καθηγητών, φτάνει να ζητά μέτρα προστασίας των μελών της από τα παιδιά, είναι φανερό πως αδυνατεί (ή δεν ενδιαφέρεται) να αναζητήσει τα αίτια που προκαλούν βίαιες συμπεριφορές, επομένως δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αποτελεσματική πρόληψή τους. Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κ. Δέσπω Μιχαηλίδου, ωστόσο, έκανε το αυτονόητο: Ζήτησε από τα ίδια τα παιδιά την άποψή τους. Να σημειώσουμε πως λειτουργεί μια θεσμοθετημένη Ομάδα Εφήβων Συμβούλων στο Γραφείο της, θητείας ενός χρόνου, με τους οποίους συζητά θέματα που τους απασχολούν. Οι απόψεις και τα συμπεράσματά τους κωδικοποιούνται και μεταφέρονται στο υπουργείο Παιδείας, επομένως οι υπηρεσιακοί παράγοντες και οι υπουργοί δεν μπορούν να επικαλεστούν άγνοια. Κι όμως, στα μέτρα που επιλέγουν να πάρουν κάθε φορά, φαίνεται να μη λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη των άμεσα ενδιαφερόμενων, των παιδιών.

Τι λένε, λοιπόν, οι Έφηβοι Σύμβουλοι; Κατ’ αρχήν, τα παιδιά βιώνουν μια αίσθηση περιορισμού και έλλειψης ελευθερίας, κυρίως στο οικογενειακό περιβάλλον, ωστόσο νιώθουν ότι στο σχολείο δεν ακούγεται η φωνή τους, κάτι που τα απελπίζει. Δεν θέλουν να βρίσκονται εκεί και βιώνουν αισθήματα θυμού  και μίσους, με αποτέλεσμα να εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά. Αυτή εξαρτάται από τα βιώματα και τις αξίες κάθε παιδιού αλλά και την επιρροή από ομάδες και φίλους, την πίεση για να ξεχωρίσουν και την ανάγκη να αποδείξουν ότι «ανήκουν» κάπου, μαζί με την απουσία γνώσης για τις συνέπειες και τον πόνο που μπορεί να προκαλέσουν. Τα παιδιά ξεχώρισαν ποιες συμπεριφορές θεωρούν βίαιες, οι οποίες, αν και δεν έχουν όλες την ίδια βαρύτητα, στο σχολείο αντιμετωπίζονται αδιακρίτως με την ίδια τιμωρία.

Τα παιδιά-θύματα βίας στην οικογένεια βιώνουν εγκατάλειψη και ζητούν προσοχή. Συχνά γίνονται θύτες στο σχολείο, ενώ πολλά ΜΜΕ αλλά και ΜΚΔ αντιμετωπίζουν το φαινόμενο επιπόλαια και ανεύθυνα. Οι Έφηβοι Σύμβουλοι επισημαίνουν ότι το σχολείο τούς κάνει να βαριούνται, τα θύματα εκφοβισμού δεν ξέρουν πού να απευθυνθούν, το κλίμα τα αποθαρρύνει, δεν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης με τον υπεύθυνο καθηγητή ή καθηγήτρια (που συνήθως δεν είναι επιμορφωμένοι καταλλήλως) ενώ υπάρχει έλλειμμα οικειότητας με τους Συμβούλους που δεν είναι εύκολα διαθέσιμοι. Τα παιδιά επηρεάζονται από τις απόψεις των γονιών τους, από μέλη της Εκκλησίας, πολιτικούς και άλλους που εκφράζουν αρνητικά κοινωνικά στερεότυπα, όπως π.χ. η ρητορική μίσους από επώνυμους κατά θρησκευτικών μειονοτήτων ή ατόμων διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού. Και όσο αυτές οι συμπεριφορές στην κοινωνία δεν τιμωρούνται, τα παιδιά ενθαρρύνονται να τις θεωρούν φυσιολογικές.

Τα παιδιά θέλουν το σχολείο να τους εμπνέει ασφάλεια και χαρά. Οι παράλογες απαγορεύσεις και κανονισμοί (μαλλιά, νύχια, στολή κ.ά.) δεν βοηθούν, ούτε οι τιμωρίες. Η προσέγγιση πολλών εκπαιδευτικών δεν είναι φιλική και με κατανόηση. Τα μέτρα του υπουργείου (αντιρατσιστική πολιτική, αγωγή του πολίτη κ.ά) χρειάζονται τους κατάλληλους ανθρώπους που θα τα εφαρμόσουν, αλλά κυρίως να διευρυνθούν με νέα προγράμματα σε σχέση με τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Η συμμετοχή των γονέων, οι οποίοι αποτελούν παράγοντα του προβλήματος, κρίνεται δύσκολη στην εφαρμογή της. Με δυο λόγια, είτε δεν γίνονται αρκετά είτε αυτά δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

«Τι αντλούμε από τις απόψεις των ιδίων των παιδιών», λέει η Επίτροπος σε πρόσφατο άρθρο της, «για ένα θέμα καυτό, γύρω από το οποίο οι ξέφρενες συζητήσεις καταλήγουν σε κινδυνολογία, προειδοποιήσεις για συνέπειες που θα επιδεινώνονται; Μήπως είναι ώρα να αναμορφώσουμε το περίγραμμα της ανταπόκρισής μας σε αυτό το φαινόμενο στη βάση των εμπειριών και των απόψεων των ίδιων των παιδιών;» Διαπιστώνει ότι «υπάρχουν σαφείς παράγοντες που οδηγούν στην εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών από παιδιά εντός του σχολικού χώρου». Σε αυτό συντελούν επίσης, και πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω της πρόληψης, «η περιθωριοποίηση των παιδιών και η σίγαση της φωνής τους, η ενδοοικογενειακή βία, αλλά και η κανονικοποίηση της βίας, όσο και κοινωνικοί παράγοντες […] που διέπουν τη σημερινή κοινωνία και επηρεάζουν την ευημερία και ανάπτυξη των παιδιών, αντί με την υιοθέτηση επιπρόσθετων μέτρων για τιμωρητική αντιμετώπιση των παιδιών-θυτών». Ακούει κανείς;

chrarv@philelefheros.com

Ελεύθερα, 25.02.2024