Αυτό, ναι, αξίζει να μας απασχολήσει! Συγκυριακά μάλιστα το βρίσκω ιδανικό, στο πλαίσιο των ολοφυρμών για το «Χρυσό Ιωβηλαίο» της εισβολής, παρά να αναλωθούμε ξανά σε μελοδραματικά αφιερώματα για γεγονότα που… άξαφνα, μια καλοκαιρινή πρωία του 1974, έπεσαν στο κεφάλι μας. Γεγονότα και δεινά στα οποία συνέβαλε, αν δεν προκάλεσε, η μετριότητα κάποιων που ενώ ήταν βρύα – ούτε καν λειχήνες του Αραράτ – νόμιζαν ότι ήταν του Λιβάνου οι μαύροι κέδροι. Και τα οποία στη συνέχεια έτυχαν εκμετάλλευσης – μαζί και ο πόνος των ανθρώπων – από ακόμα πιο ελλειμματικές μετριότητες, για να στήσουν καριέρες πολιτικές και άλλες.
«…Η μισή Κύπρος είναι ήδη τουρκική», ήταν η κατάληξη μιας πρότασης του Χρήστου Στυλιανίδη, μιλώντας τις προάλλες στη Βουλή των Ελλήνων και θα ήταν έκπληξη εάν δεν έγλειφαν τα δάχτυλα όσοι είδαν βούτυρο στο ψωμί τους. Λες και θα μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο, διαφορετικό, αφού κι αυτό που «είδαν» είναι ενδεικτικό του μακροχρόνιου εμπαιγμού, της μυωπικής πολιτικής αντίληψής τους και της στρατηγικής του στρουθοκαμηλισμού που υιοθέτησαν στο Κυπριακό, προκειμένου να τους «επιτρέπεται», στο διηνεκές, να… επιδίδονται σ’ έναν αόρατο ανένδοτο, που το μόνο του απτό αποτέλεσμα ήταν να δρατζιάσει η Τουρκία στο νησί και να μπει το μέλλον του ελληνικού στοιχείου, υποθήκη. Και, φυσικά, για να μπορούν να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους όπως ο Καϊάφας ο αρχιερέας και να εκδίδουν ανοητολογίες διανθισμένες με ωιμέ και αλαλαγμούς πως τάχα «για μας η μισή Κύπρος δεν είναι τουρκική και ούτε θα επιτρέψουμε να τουρκοποιηθεί μέσω λύσεων μπλα μπλα μπλα…».
Δυστυχώς έχει πεθάνει προ χρόνων πολλών ο ποιητής, για να τους ρωτήσει: «Οι αγώνες σου, τους έδινες µέρα και νύχτα. Ο πρώτος ήτανε νίκη, ο δεύτερος ήτανε νίκη, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέµπτος, σίγουρες απαράγραπτες νίκες. Πώς διάολο βγήκες έτσι χαµένος, καταποντισμένος;»! Μα και πάλι, μήπως αυτοί είναι που βγήκαν χαμένοι και καταποντισμένοι; Όχι βέβαια. Μοναχά ο τόπος. Αυτοί, και καριέρες πολιτικές έστησαν και πολιτικά επιβίωσαν, μα και οικονομικά… αποκαταστάθηκαν ορισμένοι.
Καμιά έκπληξη, λοιπόν, από τις πολιτικές αντιδράσεις∙ οι λέξεις και οι έννοιες ήταν ανέκαθεν μπερδεμένες σε τούτο τον τόπο που τιμά τους ολετήρες του ως «εθνικόφρονες», ενδεικτικό της τρικυμίας που επικρατεί σε μερικά μυαλά. Και όπου «μη συμβιβασμένοι» είναι εκείνοι που προτίμησαν «οι Τούρκοι να κρατούν εναντίον της θελήσεώς μας το 40% παρά το 28% με την θέλησίν μας», εκείνοι που επέλεξαν «να αφεθεί η υπόθεση να εκφυλιστεί, ώστε να καταλήξουμε σε χρονίζουσα de facto διχοτόμηση», εκείνοι που αντιλαμβάνονταν ως «καταστρεπτική την παράτασιν της σημερινής καταστάσεως», που γνώριζαν ότι «εάν κυματίση η τουρκική σημαία επί πολύ, θα είναι δύσκολον να την κατεβάσουμε», εκείνοι που στο πραξικόπημα πανηγύριζαν «να φύγει ο Μούσκος κι ας έρθουν οι Τούρκοι» και εκείνοι που, μετά το πραξικόπημα, καλλιέργησαν στον κόσμο το «τζιείνοι ποτζιεί, εμείς ποδά τζιαι τοίχον μεσ’ την μέση». Εκείνοι, κατά συνέπεια, που συνειδητά επέλεξαν την εγκατάλειψη της μισής Κύπρου στην Τουρκία.
Συνεπώς, υπήρχε περίπτωση να μην… «παρεξηγηθεί» (λέμε τώρα, διότι περιορισμένης αντίληψης είναι, αγράμματοι όμως δεν είναι) αυτό που είπε ο Στυλιανίδης; Υπήρχε περίπτωση να μην κατηγορηθεί για «προδοσία», πως τάχα μου «παρέδωσε τη μισή Κύπρο στην Τουρκία»;
Επιτρέψετέ μου, δείτε το ως κερασάκι στην τούρτα του εμπαιγμού και της γελοιότητας που μας σερβίρουν, να ανασύρω ένα μονόπρακτο του Νίκου Αναστασιάδη από το 2009, όταν ρωτήθηκε εάν υπήρξε οποιαδήποτε στιγμή που μετάνιωσε για το «ναι» που είπε το 2004. «Υπήρξε μια στιγμή που είπα δεν μετανιώνω ποτέ που είπα ναι. Κι αυτή η στιγμή ξέρετε πότε ήταν; Όταν ήμουν για πρώτη φορά φιλοξενούμενος του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στην Κερύνεια και μετά το δείπνο ζήτησα να περιηγηθώ στην πόλη την οποία είχα να επισκεφτώ από το 1991, όταν τότε ως φιλοξενούμενος του Οζκιέρ Οζκιούρ και μέσα στις προσπάθειες επαναπροσέγγισης με τους Τουρκοκύπριους περιηγήθηκα στην Κερύνεια, η οποία μου θύμισε τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη που είχα επισκεφτεί παλαιότερα. Όταν έφευγα, έκλαψα και είπα δεν μετανιώνω ποτέ που είπα ναι, γιατί απλούστατα έβλεπα ότι μέσα από το αδιέξοδο, δυστυχώς, η κατεχόμενη πατρίδα μας μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται σε βαθμό που να καθίσταται τουρκική επαρχία. Όσοι θέλουν να είναι πραγματικοί πατριώτες, θα πρέπει να επισκεφτούν την κατεχόμενη πατρίδα μας, για να τους γίνει συνείδηση τι ο χρόνος στο τέλος θα αφήσει από ό,τι υπήρξε ελληνικό στον βορρά». Προ δεκαπενταετίας αυτά, από τον άνθρωπο που μας άφησε παρακαταθήκη την ιδεοθύελλα των δύο κρατών με τον Τσαβούσογλου και το «Καλή τύχη στους Κύπριους, στον βορρά και τον νότο» του Αντόνιο Γκουτέρες, κάποιον που οι «ασυμβίβαστοι», επιδοκιμάζουν. Ουαί υμίν.