Στην Ελλάδα, ανάμεσα στους δημοσιογράφους στην προ χούντας εποχή, κυκλοφορούσε ευρέως το τρίπτυχο: Αίμα, σπέρμα και στέμμα, ως η βασική αρχή για τα θέματα που ενδιαφέρουν την κοινωνία να διαβάζει και να συζητά.

Θέματα που «πουλούν», όπως λέγεται στη δημοσιογραφική γλώσσα διότι προσελκύουν το ενδιαφέρον των πολιτών, όπως είναι οι φόνοι, τα σεξουαλικά σκάνδαλα και το στέμμα, που τότε παρέπεμπε στην βασιλική οικογένεια της Ελλάδας. Ο,τι είχε να κάνει με τα ανάκτορα πουλούσε, από τα πολιτικά μέχρι τα απλά καθημερινά. Ακριβώς δηλαδή ότι συμβαίνει και σήμερα με τις βασιλικές οικογένειες ανά τον κόσμο. Στην Κύπρο δεν είχαμε ποτέ βασιλικά ανάκτορα, είχαμε όμως διαχρονικά εκκλησιαστικά ανάκτορα.

Η σημερινή κυπριακή κοινωνία «ρουφά» με μανία ό,τι έχει να κάνει με το τεράστιο όπως εξελίσσεται σκάνδαλο που έχει να κάνει με την μονή του Οσίου Αββακούμ στο Φτερικούδι. Παρακολουθεί σοκαρισμένη και αποσβολωμένη τα όσα αποκαλύπτονται γύρω από μια υπόθεση που αφορά από την μια εξεταζόμενα από πλευράς Εκκλησίας σεξουαλικά παραπτώματα των μοναχών της μονής και από την άλλη, τα υπό διερεύνηση οικονομικά σκάνδαλα σε σχέση με τη διαχείριση χρημάτων. Το δεύτερο ασφαλώς είναι και η ουσία της όλης ιστορίας, διότι τα σεξουαλικά θέματα του κάθε ιερωμένου και της κάθε μονής, είναι θέμα της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία στην Κύπρο, ήταν διαχρονικά μια μορφή εξουσίας. Από τον καιρό της τουρκοκρατίας με τα προνόμια που είχε καταφέρει να πάρει από τους Οθωμανούς, την μετεξέλιξη της και την απόδοση σε αυτήν ενός εθναρχικού ρόλου είχε πάντα δεσπόζουσα θέση στην κυπριακή κοινωνία. Η συνέχεια μετά την ανεξαρτησία είναι γνωστή με την παντοκρατορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου σε ένα ρόλο Προέδρου και Αρχιεπισκόπου ταυτόχρονα, εδραιώνοντας ουσιαστικά μέχρι και σήμερα ένα ρόλο που υπερβαίνει τα εκκλησιαστικά όρια.

Σε κάθε μορφή εξουσίας, υπάρχει και διαφθορά και σκάνδαλα. Η συγκεκριμένη περίπτωση με την Μονή Αββακούμ είναι ίσως η μεγαλύτερη υπόθεση σκανδάλου που διερευνάται στους κόλπους της Εκκλησίας της Κύπρου. Δεν είναι η μόνη ασφαλώς περίπτωση. Η διαφορά είναι ότι αυτήν φορά οι αποκαλύψεις είναι μεγαλύτερες και μπορούν να δουν το φως της δημοσιότητα και πιο εύκολα.
Υπάρχει τεράστιο θέμα και πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να συζητούμε ανοικτά και σοβαρά το ρόλο της Εκκλησίας στο δημόσιο βίο. Ως πολίτες που σήμερα παρακολουθούμε σοκαρισμένοι τα όσα αποκαλύπτονται, πρέπει να συγκλονιστούμε, να ταραχθούμε και να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε μια κατάσταση πραγμάτων που δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Η πίστη είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση του καθενός μας, όπως και ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας χτίζει τη σχέση του με αυτό που πιστεύει. Όταν όμως αυτή η σχέση γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, τότε το θέμα δεν είναι προσωπικό αλλά είναι κοινωνικό. Για αυτό ακριβώς η άρχουσα τάξη της Εκκλησία, αν θέλει να διασώσει το ρόλο της, πρέπει επιτέλους να έχει το θάρρος να πει κάποια πράγματα με το όνομα τους και να πατάξει τέτοια φαινόμενα διαφθοράς από τους κόλπους της.

Κανένας Θεός και καμία ανώτερη δύναμη στην οποία μπορεί να πιστεύει ο καθένας δεν επιβουλεύεται την τσέπη του, ούτε έχει έγνοια για τις εισφορές και τα τάματα. Ή πίστη είναι η σανίδα ελπίδας του καθενός σε κάθε δύσκολη του φάση. Για αυτό και είναι απάτη και έγκλημα ο κάθε τσαρλατάνος να παρουσιάζεται ως ένα επίγειος Θεός ή μεσολαβητής Θεού και να βγάζει τιμολόγια ευχών και προσευχών στους πιστούς πουλώντας θαύματα.

Τα μέχρι σήμερα δείγματα γραφής του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου, τουλάχιστον σε ο,τι αφορά θέματα θρησκοληψίας, δείχνουν έναν ιεράρχη αποφασισμένο να τα καταπολεμήσει. Παγανιστικές τελετές, περιφορά αντικειμένων και οστών τα οποία αποδίδονται σε αγίους και το προσκύνημα τους συνοδεύεται πάντα από εισπράξεις τεράστιων ποσών, πρέπει να σταματήσουν. Όπως πρέπει να γίνει και ένας έλεγχος στον τρόπο λειτουργίας του κάθε ναού και του μοναστηριού.
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την ίδια την Εκκλησία, αν θέλει να διατηρήσει το ρόλο της, έστω ως ένας θρησκευτικός και πνευματικός οργανισμός. Διότι αυτό πρέπει να είναι η Εκκλησία και τίποτε άλλο…