Είναι ιδέα μου ή η συννεφόπτωση αναδεικνύεται σε εθνικό μας σπορ; Η εγγενής υπερβολή της διαθλασμένης πραγματικότητας των social media παίζει βέβαια καθοριστικό ρόλο στο φαινόμενο, αλλά και πάλι είναι εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει κάθε φορά, λες και είναι η πρώτη.

Πριν από 13 μήνες λ.χ. η Ελλάδα έπεσε από τα σύννεφα συνειδητοποιώντας ότι η μετακίνηση με μέσα σταθερής τροχιάς κάθε άλλο παρά είναι όσο ασφαλής νομίζαμε, ότι ζούμε από τύχη κι ότι ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης. Με τον καιρό επιβεβαιώσαμε ότι το σύστημα θα κάνει τα πάντα προκειμένου να αυτοπροστατευτεί κι ότι η εξουσία και ο πλούτος έχουν προτεραιότητα έναντι της δικαιοσύνης.

Την περασμένη Τρίτη ξυπνήσαμε με τη συνειδητοποίηση ότι η ελληνική αστυνομία είναι χρήσιμη μόνο για να καταστέλλει διαδηλώσεις και να ρίχνει κανά πρόστιμο κι ότι είναι ανίκανη να προστατέψει έναν ευάλωτο πολίτη ακόμη κι αν αυτός βρίσκεται μπροστά στα μάτια της, μέσα σε αστυνομικό τμήμα.

Κι επειδή η λέξη «αστυνομία» αντιπροσωπεύει έναν ολόκληρο συστημικό θεσμό, μπορούμε να σκεφτούμε ότι αυτός αποτελείται από πρόσωπα. Από πρόσωπα που μπορεί να μην είναι ανάλγητα και αδιάφορα, αλλά δεν μπορούν να περατώσουν επαρκώς το βασικό τους καθήκον. Είτε λόγω νοοτροπίας, είτε λόγω πεποιθήσεων, είτε λόγω έλλειψης πλαισίου.

Σε κάθε περίπτωση το σοκ ήταν μεγάλο γιατί το ηχηρό μήνυμα που βγαίνει από την όλη υπόθεση είναι μεν εύγλωττο, ξεκάθαρο και κατανοητό, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι και λίγο άκομψο, χοντροκομμένο: αν είστε θύμα κακοποίησης, ατυχήσατε, γιατί δεν σας σώζει τίποτα. Τουλάχιστον δεν σας σώζει η αστυνομία ή γενικότερα η αρχές. Οπότε έχετε τις επιλογές ή να σκάσετε και να το υπομείνετε, ή να κρυφτείτε και να το αποφύγετε όπως μπορείτε, ή να πάρετε τον νόμο στα χέρια σας.

Το σχετικό οπτικό και ηχητικό υλικό από το περιστατικό που κυκλοφόρησε και διεσπάρη παντού, σύμπτωμα κι αυτό της εποχής μας, δεν εκθέτει τόσο την αστυνομία μαζί με το πρόβλημα, δημιουργώντας έτσι οποιεσδήποτε προϋποθέσεις βελτίωσης. Περισσότερο το υπογραμμίζει, εντείνοντας το ηχηρό, τοξικό μήνυμα.

Δεν είμαι από αυτούς που θεωρώ τη ζωή μιας γυναίκας πιο σημαντική και πολύτιμη από αυτή ενός άνδρα. Ωστόσο, η στα όρια της φαιδρότητας αντιστράτευση τόσων πολλών ανθρώπων, φορέων και θεσμών όχι μόνο στη νομική κατοχύρωση αλλά ακόμη και στη χρήση του όρου «γυναικοκτονία», επιβεβαιώνει και δικαιώνει πλήρως το σκεπτικό ύπαρξής του. Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, από τη νομική κατοχύρωση ενός όρου είναι η συστηματική καλλιέργεια κουλτούρας σεβασμού των φύλων –όλων των φύλων. Για την ακρίβεια, αυτό είναι το ζητούμενο κι όταν θα σημειωθεί μια σοβαρή πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, τότε ίσως να μη χρειάζεται καν η χρήση του.

Από το καλοκαίρι του 2022 η Κύπρος θέσπισε το ιδιώνυμο αδίκημα της γυναικοκτονίας, που επισύρει την ποινή της φυλάκισης δια βίου. Τόσες και τόσες αθώες γυναίκες έβαψαν με το αίμα τους την πορεία μέχρι να φτάσουμε εκεί, με αποκορύφωμα και σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι τις φρικαλέες κατά συρροήν δολοφονίες του «Ορέστη». Εννοείται ότι η αυτονόμηση του εγκλήματος και ο περιορισμός του ενδεχομένου ο θύτης να τη σκαπουλάρει με ποινή- χάδι επικαλούμενος «πάθος» και βρασμό ψυχικής ορμής, είναι ένα καθοριστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Εντούτοις, σε βάθος χρόνου θα φανεί η αποτελεσματικότητά του, η οποία θα πρέπει ταυτόχρονα να συνοδευτεί από μια ευρύτερη, συστηματική προσπάθεια κοινωνικής ευαισθητοποίησης, με στόχο να κλονιστεί η καθεστηκυία πατριαρχική νοοτροπία.

Στην Ελλάδα, πάντως, η πεισματική χρόνια κατάσταση όχι μόνο συγκάλυψης, αλλά υποκίνησης και αναπαραγωγής των έμφυλων εγκλημάτων νομοτελειακά θα οδηγεί σε νέα εγκλήματα αυτού του τύπου. Το μόνο που μένει να δούμε είναι ο τρόπος που θα σκαρφιστεί ο επόμενος θύτης για να μας εκπλήξει και να μάς ρίξει πάλι από τα σύννεφα. Όσο συνεχίζεται η ανακύκλωση στερεοτύπων και τοξικών προτύπων στον δημόσιο λόγο, με υποκινητές μάλιστα εκπροσώπους της πολιτείας και του κλήρου, αλλά και γενικότερα ανθρώπους με επιρροή, η αστυνομία θα συνεχίσει να κάνει τον «τροχονόμο» στα εγκλήματα.  

Στην προκειμένη περίπτωση, η 28χρονη γυναίκα από τους Αγίους Αναργύρους δεν έκανε κάτι λάθος. Δεν σιώπησε, προσπάθησε να προστατευτεί όπως ορίζει το πρωτόκολλο. Απομακρύνθηκε από τον άνθρωπο που την απειλούσε, απευθύνθηκε στις αρχές, ζήτησε προστασία. Προηγουμένως, τον είχε χωρίσει, τον είχε καταγγείλει, τον απέφευγε. Τι άλλο έπρεπε να κάνει; Να αλλάξει χώρα; Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αυτή θα ήταν η μόνη της σωτήρια επιλογή. Μπορεί η περίπτωσή της να «χάλασε» το αφήγημα των γνωστών αντιδραστικών- εξυμνητών της ανδροκρατίας (όχι ότι θα δυσκολευτούν να βρουν κάποιο άλλο), αλλά αυτό δεν της έσωσε τη ζωή.

Κι αν τιμωρηθούν 1-2 αστυνομικοί, έτσι για τα μάτια του κόσμου, το πρόβλημα δεν λύνεται. Δεν μπορείς να ξηλώσεις μια ολόκληρη νοοτροπία με απόδοση ποινικών ευθυνών και επίκληση πρωτοκόλλων. Υπάρχει ένας ολόκληρος ανηφορικός δρόμος που πρέπει να διαβούμε. Κι ακόμη δεν έχουμε κάνει ούτε το πρώτο βήμα. Προς τα μπρος. Γιατί προς τα πίσω κάνουμε συνέχεια.

Ελεύθερα, 7.4.2024