Στις 8 Ιουλίου του 1447 οι Γενουάτες κατακτητές εκχώρησαν την Αμμόχωστο για 21 χρόνια στην Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου… Για να τη σώσει από τα δεινά και να τη διοικήσει…
Οι Γενουάτες δεν αποφάσισαν μόνοι τους αυτήν την εξωφρενική κίνηση. Τον ίδιο χρόνο, μια απελπισμένη ομάδα πολιτών της Αμμοχώστου έφτασε στη Γένουα αποφασισμένη να ζητήσει βοήθεια για την άθλια κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει η πόλη τους λόγω δικής τους υπαιτιότητας. Τα χρέη, τα μονοπώλια και η διαφθορά, οι φόροι και οι αδικίες εκ μέρους των ανίκανων ποδεστάτων και καπιτανέων, οι απειλές των Μαμελούκων και των πειρατών, οι ακρίδες, οι πλημμύρες, η πανώλη μετάτρεψαν τούτη την πόλη, που κάποτε ήταν το κέντρο του εμπορίου της ανατολικής Μεσογείου, σε σκιά του εαυτού της.
Αποφασίστηκε ο διορισμός μιας επιτροπής για να επιληφθεί όλων των προβλημάτων και αυτή «εν τη σοφία της» αποφάσισε ότι η σωτηρία της πόλης θα ήταν η εκχώρησή της στη στιβαρή Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου. Την ξεφορτώθηκαν δηλαδή και τη φόρτωσαν στην πλάτη ενός πανίσχυρου τραπεζικού οργανισμού που συγκέντρωνε όλους τους πιστωτές της Γένουας.
Στα πρώτα χρόνια η Τράπεζα, έδωσε γερά ποσά, πλήρωσε για όπλα και πολεμοφόδια, για ταξίδια ανάμεσα στη μητρόπολη και την Αμμόχωστο. Προσπάθησε να βάλει φρένο στις ατασθαλίες και τη διαφθορά των δημοσίων υπαλλήλων, να ενισχύσει την ασφάλεια των κατοίκων και να καταπολεμήσει τα φαινόμενα βίας ενάντια στις γυναίκες!
Ψήφισε όμως και ένα σημαντικό νόμο: Ο Καπετάνιος της Αμμοχώστου εκλεγόταν για ένα έτος από μια επιτροπή που συγκαλούσε η Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του καθορίστηκαν με ακρίβεια: Του απαγόρευσαν να διεξάγει εμπόριο στην Κύπρο, να μετέχει σε αγορά αγαθών της Αμμοχώστου, να δέχεται αμοιβή από αξιωματούχο ή μισθοφόρο ή δώρο από τον βασιλιά της Κύπρου, να γευματίζει ή να περνά τη νύχτα του εκτός παλατιού! Όφειλε να επιθεωρεί τους μισθοφόρους και τα πολεμοφόδια, να ξέρει νεράκι τους νόμους και τους θεσμούς της Αμμοχώστου.
Μάταιες και φρούδες οι προσπάθειες να ορθοποδήσει ξανά η πόλη. Τα πράγματα ολοένα και δυσκόλευαν και το γραφείο της Τράπεζας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει για να σώσει την αποικία. Οι δαπάνες και οι τόκοι αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, το λιμάνι είχε μείνει εκτός των μεγάλων ναυτικών δρόμων, οικονομικά η αποικία ήταν αδύνατο να σταθεί στα πόδια της. Η εξαθλίωση της πόλης, ο ερωτύλος Ιάκωβος, ο Μπάσταρδος, η καημένη Κατερίνα της Βενετίας και τέλος ο Λέοντας της Βενετίας έκλεισαν ένα οδυνηρό κεφάλαιο, ανοίγοντας την πόρτα στους Οθωμανούς. Δεν έπεσε η πόλη, παραδόθηκε με όρους, και πάλι οι πολίτες οπλίτες της Αμμοχώστου έκαναν το σωστό.
8 Ιουλίου 2024
Εν αναμονή της έκθεσης της κυρίας Ολγκίν, οι Βαρωσιώτες δεν βρίσκονται ούτε στους δρόμους και στις πλατείες της πρωτεύουσας, ούτε στη Δερύνεια, ούτε σε συναγερμό! Δεν εφαρμόζουν κατά γράμμα το «Αγωνίζομαι και Διεκδικώ», όπως απαιτεί το σύγχρονο Δεν Ξεχνώ. Ο Δήμος Αμμοχώστου, καθηκόντως, κάτι θα σκεφτεί, κάτι θα ετοιμάσει, εξάλλου έχει στην περιοχή και στη διάθεσή του πληθώρα μοτόρων και ελληνικών σημαιών. Οι περισσότεροι Βαρωσιώτες είναι σε στάδιο προετοιμασίας διακοπών σε Μαλβίδες και άλλα ονειρικά νησιά, άλλοι αγοράζουν τα εισιτήρια τους για τον Ρέμο, άλλοι βλέπουν σε επανάληψη το Famagusta για να θυμηθούν και να κλάψουν για την πόλη που χάσανε και ν’ αναθεματίσουν το τουρκικό γένος για την καταστροφή…
Τέλος πάντων, η ζωή συνεχίζεται στη βραχονησίδα, Ιούλης μήνας είναι αυτός, ποτέ δεν ήταν παίξε γέλασε, ούτε Αλωνάρης είναι πια. Μόνο στην Πηγή και στη Μηλιά ξυπόλυτοι ηλιοκαμένοι Ανατολίτες στοιβάζουν κατάχαμα τα σιτάρια και περιμένουν. Τι περιμένουν, είναι και αυτό στα ακατανόητα. Μισές φτωχές ψυχές καταταλαιπωρημένες από τον καύσωνα της Μεσαριάς διερωτώνται τι γυρεύουν σε ξένο τόπο και αναθεματίζουν με τη σειρά τους τους υπαίτιους.
Κατά τα άλλα, ένθεν και ένθεν της γραμμής θα γίνουν τα απαραίτητα σύμφωνα με την παράδοση των αναλλοίωτων 50 χρόνων. Στη πλευρά μας πληθώρα εκδηλώσεων έχουν οργανωθεί με αποκορύφωμα τη σύναξη στο Προεδρικό στις 20 του μήνα με την παρουσία του πρωθυπουργού. Δεν ξέρω αν θα έρθει πιο νωρίς για να είναι παρών και στις 15 του Ιούλη, παρόλο που δεν άκουσα ότι ετοιμάζεται κάτι για εκείνη την επέτειο.
Μια ομάδα απελπισμένων Βαρωσιωτών γυρεύει ποια πόρτα να κτυπήσει. Πού να πάει; Τι να πει; Ποιος θα τους ακούσει και ποιος θα τους δεχτεί; Τράπεζα δεν υπάρχει για να την εκχωρήσουν. Στη Γάζα πέθαναν 38 χιλιάδες άνθρωποι μανάδες, μωρά, ηλικιωμένοι, στρατιώτες, «άνθρωποι» τέλος πάντων, και ο πόλεμος συνεχίζεται σκληρότερος, ακάθεκτος και ανενόχλητος. Ποια πόρτα να κτυπήσουν 50 χρόνια μετά; Ίσως μόνο το λιονταράκι της Πύλης της Θάλασσας θα μπορούσε να συγκινηθεί, θυμάται, και τότε Ιούλης ήταν.
Στους απελπισμένους Βαρωσιώτες θα μείνουν οι στίχοι του Λαυρέντη:
Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα
σωπαίνεις, θυμάσαι
και μεθυσμένη μες τον ύπνο σου γελάς
Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα…
Ελεύθερα, 7.7.2024