Μέρος Α
Μακρόσυρτα κυριακάτικα δειλινά στης γιαγιάς Ανδριανής, μετά από το μπάνιο μας στη θάλασσα και τη μεσημβρινή αργία. Καφές στον ίσκιο των συκιών και του γιασεμιού ενώ κάθε τόσο ένα ώριμο σύκο έσκαγε στο χώμα που λίγο πιο πέρα οι βαβατσινιές έβαφαν κόκκινο. Μυρωδιές από ξερό χόρτο ανάκατες με αυτές του γιασεμιού, της αλμύρας και της θάλασσας και γεύσεις από καρπούζι, μαχαλλεπί και ρυζόγαλο να ευφραίνουν τον ουρανίσκο. Από το ραδιόφωνο του σαλονιού οι άριες της εκπομπής «Η ώρα της όπερας» έσμιγαν με το κουβεντολόι των γυναικών και το τραγούδι των τζιτζικιών. Κανείς δεν αγαπούσε αυτή τη ξένη μουσική που έβγαινε από το σκηνικό, ενός άγνωστου και μακρινού μας κόσμου.
Τα παιδιά κάναμε αστείες γκριμάτσες ή φιγούρες ακούγοντας τις άριες, γελώντας με τη ψυχή μας. Παρόλο που οι γιαγιάδες μουρμουρούσαν πως «επελλάναν μας τούτοι που παουρίζουν», το ραδιόφωνο σαν άγραφος νόμος, δεν έκλεινε ποτέ. Τον χειμώνα καθόμασταν στο σαλόνι κάτω από τους τρομακτικούς πίνακες με σφαγές και θανάτους που χρόνια αργότερα θα ανακάλυπτα πως αναπαριστούσαν σκηνές από τις όπερες Tosca του Puccini και La Traviata του Verdi. Μες στο μισοσκόταδο του χειμωνιάτικου δειλινού, με τις φωνές που έβγαιναν από το ραδιόφωνο, ενσωματωμένο στο έπιπλο κονσόλα, οι φωνές από τις όπερες έμοιαζαν απειλητικές.
Ο κόσμος στο νησί άκουγε ελληνική μουσική και οι νέοι pop-εγγλέζικη. Την κλασσική την αποκαλούσαμε πένθιμη αφού μεταδιδόταν μόνο την Αγία Εβδομάδα, στις μαύρες επετείους του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής ή ως ένδειξη εθνικού πένθους. Μόνο με το γαμήλιο εμβατήριο του Johan Strauss ήμασταν εξοικειωμένοι αφού αυτό έπαιζαν σε αίθουσες δεξιώσεων όταν έμπαινε το ανδρόγυνο για να κόψει την πολυώροφη τούρτα.
Την εφηβεία μου σημάδεψε ο δίσκος βινυλίου «A Night at the Opera» των Queen που έφερε στις διακοπές η φοιτήτρια αδελφή μου. Πλέον δεν πηγαίναμε στις κυριακάτικες συνάξεις στης γιαγιάς, εφόσον αράζαμε με παρέες στις παραλίες, νωχελικά μες στην απόλυτη ραστώνη του καλοκαιριού, τραγουδώντας το «Lazy on a Sunday Αfternoon» των Queen. Απόλυτη τεμπελιά και στο σπίτι με τον ανεμιστήρα να ανακυκλώνει τον ζεστό αέρα, οι σελίδες των βιβλίων ίδρωναν κάτω από τα δάχτυλά μας, ενώ οι δίσκοι έκαναν κύκλους γύρω από τον άξονά τους.
Έτσι αργά έφευγαν οι Κυριακές, τα καλοκαίρια και οι χειμώνες. Όσο μεγαλώναμε όλο και απομακρυνόμασταν από τη φύση και τον γεωλογικό «βιργίλειο χρόνο». Τη θέση του έπαιρνε ο χρόνος των ρολογιών, γραμμικός, βιαστικός, ώσπου να φτάσουμε στον εικονικό και ψηφιακό χρόνο. Με τα κινητά μας τηλέφωνα είμαστε προσιτοί ανά πάσα στιγμή ακόμη και στις διακοπές μας, χωρίς να μπορούμε πλέον να ξεφύγουμε, «να διακόψουμε» από την καθημερινότητα.
Τις κλιματιζόμενες Κυριακές μας, βρισκόμαστε καλωδιωμένοι με άπειρα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με το πάτημα ενός κουμπιού ακούμε τη μουσική ή την ταινία που θέλουμε, μεταφερόμαστε σε άλλη χώρα, βλέποντας από την οθόνη τους συνομιλητές μας.
Στενεύουν τα σύνορα και οι αποστάσεις, αφού σε λίγες ώρες μπορούμε να βρεθούμε στην άλλη άκρη της γης. Η μοναξιά μας όμως μεγαλώνει, εφόσον όλο και απομονωνόμαστε, δεν συναντιόμαστε, δεν αγγίζουμε ο ένας τον άλλο. Πίνουμε virtual, εικονικούς καφέδες με φίλους που μένουν στην ίδια πόλη, καθένας στον χώρο του, «καθένας ένα αξίωμα, σαν το πουλί στο κλουβί του», στέλνοντας ο ένας στον άλλο καρδούλες και χαμογελαστές φατσούλες.
Αναρτούμε φωτογραφίες μας, ποζάροντας με τα σινιέ ρούχα μας, κοινοποιώντας στους εικονικούς φίλους του διαδικτύου, τι τρώμε, τι πίνουμε. Βασιλιάδες ενός ανύπαρκτου βασιλείου αφού η πνευματική μας γύμνια δεν κρύβεται κάτω από τα ακριβά ρούχα. «Ο βασιλιάς είναι γυμνός».
Long live, the Queen, το μουσικό συγκρότημα που ταρακούνησε τα στάσιμα νερά της εφηβείας μου, με μοναδικές ραψωδίες και μουσικά ακούσματα όπως το ανεπανάληπτο «Galileo, Galileo Figaro, magnifico…» από το Bohemian Rhapsody τους, που χαράκτηκε στο συλλογικό ασυνείδητο τόσων νέων, σπάζοντας το φράγμα του χώρου και του χρόνου, ενώνοντας το μικρό-μισό νησί της Λεβαντίνης με τον υπόλοιπο πλανήτη.
dena.toumazi@gmail.com