Πέρασαν κιόλας εφτά καλοκαίρια από τότε που άφησε την τελευταία του πνοή, μόλις στα 18 του χρόνια. Περίμενε να φύγουν για μια βόλτα οι συγκάτοικοί του, αφού του άφησαν το κλειδί. Κλείδωσε από μέσα, την πόρτα του μικρού διαμερίσματος της παλιάς πολυκατοικίας, με τις ξεχαρβαλωμένες συσκευές κλιματισμού, με τα σκουπίδια στους διαδρόμους, με τα μικρά του όνειρα ναυαγισμένα στο τελευταίο του δάκρυ.

Οι φίλοι του παραβίασαν την πόρτα και τον βρήκαν γονατισμένο, με το καλώδιο της τηλεοπτικής αντένας, περασμένο θηλειά στον λαιμό του. Προφανώς, είχε επίσης κλειδώσει από μέσα, το τραύμα του αποκλεισμού και της απόρριψης. Την υπόθεση του, είχε αναλάβει προκαταρκτικά το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων και στη συνέχεια αυτή ανατέθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων(!), αφού αποκλείσθηκε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Οι ιατροδικαστές αποφάνθηκαν ότι πέθανε «από ασφυξία δι’ απαγχονισμού με βρόχο».

Έτσι ο θάνατός του, έτυχε χειρισμού από το σύστημα, ως μια… μικροπαράβαση εκ μέρους του, μια παραξενιά αν θέλεις, ενός απροσάρμοστου παιδιού με μαύρο χρώμα από τη Σομαλία. Είχε έρθει στην Κύπρο δύο χρόνια πριν, ως ασυνόδευτος ανήλικος. Συνάντησα και μίλησα με τους συγκάτοικούς του, που συνέδεσαν την αυτοχειρία του με την πρόσφατη απόρριψη του αιτήματός του για παροχή ασύλου και επανένωση με συγγενείς του στην Αγγλία. Ακόμα, με πληροφόρησαν ότι μια παρέα ντόπιων νεαρών, τον παρενοχλούσαν το τελευταίο διάστημα, δια ζώσης, αλλά και διαδικτυακά, τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν για το χρώμα του.

Δεν ξέρω αν αυτό το είχαν αναφέρει και στην Αστυνομία, μου είπαν πάντως να μην το γράψω, γιατί φοβόντουσαν για «αντίποινα» σε βάρος τους. Η κηδεία του έγινε δυο μέρες μετά, στο μουσουλμανικό κοιμητήριο της πόλης. Η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, μου είπε πως «ήταν πολύ καλό παιδί και δεν ενοχλούσε κανένα» – ρώτησε μάλιστα πού ήταν θαμμένος, για να πάει να του ανάψει ένα κερί…