Μέρος Β΄
«Σου έχουμε μια έκπληξη», μου είπε ο κουμπάρος ο Σόλης, κατά το σύντομο μου πέρασμα από Μολδαβία. «Την Κυριακή θα σε πάρουμε όπερα, ανεβάζουν την Carmen». Είχα μεγαλώσει στο νησί χωρίς καμιά παιδεία για το μουσικό αυτό είδος, με τα σποραδικά και τυχαία ακούσματα όπερας ν’ αντηχούν στα αυτιά μου σαν «παουρκές», κατά τις γιαγιάδες.
Ήταν πριν τέσσερις δεκαετίες, δευτεροετής φοιτήτρια στη Γαλλία όταν ανέβηκα για πρώτη φορά τα σκαλιά της όπερας, οδηγούμενη από την ανάγνωση της νουβέλας του Prosper Merimée «Carmen», που με είχε συνεπάρει. Έκανα φαντασμαγορική είσοδο με ένα Εγγλέζο συμφοιτητή που φορούσε κόκκινο πουκάμισο, λευκό παντελόνι και σάνταλα με κάλτσες, ενώ εγώ με την cloche τσιγγάνικη φούστα μου. Μοιάζαμε με τους τσιγγάνους ήρωες της όπερας που θα ακολουθούσε. Τα βλέμματα των θεατών στρέφονταν προς εμάς, αφού οι ίδιοι ήταν ντυμένοι με smoking και papillon και οι γυναίκες με μαύρες τουαλέτες.
Για την επαρχιωτοπούλα-νησιώτισσα, της οποίας η χώρα δεν ανήκε καν στην ΕΟΚ, η νύχτα στην όπερα υπήρξε μια βραδιά αποκάλυψης. Έφυγα συγκλονισμένη αφού η Carmen, η Ανδαλουσιανή τσιγγάνα, μου άνοιξε νέες μουσικές οδούς, πέρα από την ελληνική και τη ροκ μουσική που αγαπούσα μέχρι τότε. Με το νέο είδος μουσικής που εξερευνούσα δειλά-δειλά, κατάφερα να περπατήσω πέρα από τις λεωφόρους Μακαρίου Γ΄ και Γρίβα Διγενή, με τις οποίες ήταν γεμάτο το νησί, πέρα και από τη Champς Elysées των Παρισίων.
Η Carmen του Bizet, υπήρξε ένα φεμινιστικό έργο με την πρωταγωνίστρια να γίνεται σύμβολο της ελευθερίας, της γυναίκας που ήθελε να ερωτευτεί, να ζήσει ανεξάρτητη, όπως αυτή επιθυμεί κι όχι σύμφωνα με τις συμβατικότητες και τους κανόνες ευπρέπειας που επιβάλλει η κοινωνία. Η κλασσική μουσική με συντρόφευε πλέον κατά τις ώρες της μελέτης μου και τον εγκλεισμό μου την περίοδο των εξετάσεων. Η περιπλάνηση σε νέες οδούς με έφερναν πιο κοντά στον εαυτό μου, μόνη, μακριά από το οικείο περιβάλλον και τα γνωστά δρομάκια της πόλης μου που με καθόριζαν μέχρι τότε.
Το φοιτητικό μου σπίτι βρισκόταν πίσω από το Conservatoire, το Ωδείο, απ’ όπου αντηχούσαν στους δρόμους και στην πλατεία του καθεδρικού οι ήχοι από διάφορα όργανα, την ώρα που οι φοιτητές έκαναν τα μαθήματα ή τις πρόβες τους. Κι εγώ δεν χόρταινα να τους ακούω, ακόμη και καθισμένη σε παγκάκια με το βιβλίο στο χέρι.
Και να που τώρα στην άγνωστή μου αυτή χώρα, τη Μολδαβία θα είχα την ευκαιρία να παρευρεθώ σε υπαίθρια όπερα, στους πρόποδες του μοναστηριού Orheiul Vechi του 15ου -16ου αιώνα, αφιερωμένο στον Στέφανο τον Μέγα, τον μεγαλύτερο εθνικό ηγέτη της χώρας που αγιοποιήθηκε από την Ορθόδοξη εκκλησία της Ρουμανίας. Αυτός είχε σταματήσει την επέλαση των Οθωμανών και την εξάπλωση του Ισλάμ στα βόρεια Βαλκάνια. Είχε μάλιστα εξοφλήσει τα χρέη του Αγίου Όρους, στην «Υψηλή Πύλη» των Οθωμανών, εξασφαλίζοντας την επιβίωση της μοναστικής κοινότητας της Ελλάδος.
Από την πρωτεύουσα Chişinău (Κισινάου) διασχίσαμε 50 χιλιόμετρα ανάμεσα σε χωριουδάκια, εκκλησίες με χρυσούς τρούλους, αμπελώνες, λιβάδια με ηλιοτρόπια και περιβόλια με κερασιές και χρυσομηλιές μέχρι να φτάσουμε στο ποτάμι που διασχίζει την κοιλάδα κάτω από το μοναστήρι. Θημωνιές απλωμένες στο χορτάρι χρησίμευαν ως καθίσματα για τους θεατές, ενώ άλλοι κάθονταν στο γρασίδι ή στα ξύλινα παγκάκια παρακολουθώντας την παράσταση. Στα διαλείμματα σερβίρονταν παραδοσιακά εδέσματα, που ψήνονταν σε μεγάλες χύτρες σε φωτιά από ξύλα. Κατά τη διάρκεια της όπερας σε τέσσερεις πράξεις οι θεατές μπορούσαν να πίνουν κρασί, καφέ και τα παιδιά να απολαμβάνουν το παγωτό τους.
Κόσμος πολύχρωμος, παιδάκια κάθε ηλικίας έπαιρναν το βάφτισμά τους στον κόσμο της όπερας. Μια γιορτή στη οποία συμμετείχαν όλες οι αισθήσεις, ένα πανήγυρι, όπως αυτά που γίνονται στις βόρειες χώρες για το Θερινό Ηλιοστάσιο, όταν κορίτσια και αγόρια με στεφάνια στα μαλλιά χορεύουν κρατώντας πολύχρωμες κορδέλες γύρω από έναν άξονα, γιορτάζοντας τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, το αποκορύφωμα του καλοκαιριού και τη νίκη του φωτός επί του σκότους, πριν μπούμε στους κατ’ εξοχή καλοκαιρινούς μήνες με τα αυτοκρατορικά ονόματα, Ιούλιος και Αύγουστος. Το παράδοξο είναι πως από την επομένη κιόλας μέρα, ξεκινά η επιστροφή προς το σκοτάδι, η μέρα θα μικραίνει καθημερινά, μέχρι και το χειμερινό ηλιοστάσιο του Δεκεμβρίου όταν θα γεννηθεί ο Μίθρας, ο Άδωνις ή ο Χριστός.
Γίνεται δέκα η ώρα μέχρι να δύσει ο ήλιος πίσω από τις βουνοκορφές, να ανάψουν τα φώτα και να φωταγωγηθεί το βουνό και η σκηνή. Παιδάκια σαν ξωτικά στροβιλίζονται στο χορτάρι, κάνουν φιγούρες, μιμούμενα τους πρωταγωνιστές της όπερας, αυτού του ζωντανού παραμυθιού που ξεδιπλώνεται μπροστά τους. Κάποια γέρνουν και αποκοιμούνται στα στάχυα ή στην αγκαλιά των γονιών τους ενώ η μυσταγωγία του κόσμου της κλασσικής μουσικής χαράσσεται στο ασυνείδητό τους, μαζί με το τραγούδι των βατράχων στο ρυάκι που σμίγει με αυτό από τα τριζόνια.
dena.toumazi@gmail.com