Ό,τι είχα να πω το είπα τα τελευταία 50 χρόνια. Στέρεψαν τα λόγια, οι σκέψεις, οι πράξεις και οι ελπίδες. Ν’ αφηγηθώ τι; Τι έγινε; Το πριν, το μετά; Τη ζωή ή τον θάνατο; Να συγκρίνω; Τον τόπο πως ήταν και πως είναι; Τις συγκεκριμένες στιγμές, τους ήχους των τανκ, των βομβαρδιστικών, τα λόγια; Να μιλήσω για τον πόνο, τον ξεσπιτωμό; Τους πατριώτες και τους απάτριδες; Γιατί και προς τι;
Αρνούμαι να μουρμουρώ και να κλαψουρίζω, να μιλώ σε τρίτους για τις μνήμες μου και το παρελθόν, την πάλλουσα και επικίνδυνη τότε ζωή ως παρελθοντολογικό φετίχ εθνικό. Ξέρω τι έχασα, ποιους έχασα, και γιατί τους έχασα και ξέρω ότι κανείς δεν άραξε στη φυλακή για τις δικές μου απώλειες. Ούτε θα τιτλοφορήσω το σημερινό κείμενο «τα μαύρα πενήντα χρόνια», ούτε θα του δώσω τον τίτλο της ομαδικής απελπισίας «1974-2024», ούτε θα το ομορφύνω με φωτογραφία ξεθωριασμένη της Κερύνειας της νιότης μου ή του Βαρωσιού της ψυχής μου… Φτάνει. Κάποια στιγμή η αξιοπρέπεια θα πρέπει να πάρει το επάνω χέρι. Άτιτλο, λοιπόν, το σημερινό.
Τα πενήντα χρόνια έφυγαν. Τα έκλεψαν άλλοι και τα μαγάρισαν… Ποιοι και πότε, όλοι μας γνωρίζουμε. Και ας ήχησαν οι σειρήνες. Και οι χθεσινές, κι αυτές της περασμένης βδομάδας. Κι ας πέρασαν από μπροστά μας οι μαυρόασπρες φωτογραφίες. Αυτό άλλωστε κάναμε για χρόνια, επαναλαμβάναμε εαυτούς φορτικά, επίμονα, κτυπούσαμε άσκοπα σειρήνες και δείχναμε φωτογραφίες μέχρι που ξεθώριασαν και χάθηκαν μόνες τους. Χρόνια σιωπής και αναποφασιστικότητας, άρνησης και δειλίας. Ακόμη δεν δακτυλοδείχνουμε, δεν θέλουμε. Καρτερούμεν μέραν νύχταν να περάσουν και άλλα χρόνια για να δικαιωθούμε. Άραγε από ποιους;
Τώρα είναι αργά να ζητήσουμε δικαιοσύνη. Δεν μπορούμε να σκάψουμε το χώμα, κάτω από τις νεόκτιστες πολυκατοικίες του Τρικώμου. Εκείνοι που ξέρουν πέθαναν και πεθαίνουν. Η επιλογή μου είναι μια. Το μέλλον, όσο μέλλον απέμεινε σε μένα και στους λοιπούς τυχερούς που περπάτησαν και έζησαν σε χώματα αγαπημένα… Και θα προστατέψω το μέλλον. Και το δικό μου και των εγγονιών μου, με νύχια και δόντια, γιατί λίγο μου έμεινε και θέλω να το χαρώ και να μη το χαραμίσω. Ένα μέλλον ως χαρά της εναπομένουσας ζωής. Ένα μέλλον, όχι μόνο δικό μου, αλλά του τόπου, μοναδική οφειλή και χρέος για όλους εκείνους που έφυγαν, των παιδιών που θυσιάστηκαν τελικά για μια ιδέα, για ακόμη ένα πουκάμισο αδειανό, ακόμη μιαν Ελένη.
Θα κλείσω τ’ αυτιά μου στους κενού περιεχομένου λόγους και ευχολόγια, στη απέλπιδα συνέχιση ενός δράματος που έχει μετατραπεί σε επάγγελμα προσοδοφόρο και κρυψώνα για λογής- λογής εμπόρους, καταζητούμενους και τυχοδιώκτες. Και θα ονειρευτώ -γιατί αυτό κανείς δε μπορεί να μου το πάρει- και θα συνεχίσω να ταξιδεύω απ’ άκρη σ’ άκρη τον τόπο μου, να τον αγαπώ και να τον φροντίζω. Γιατί ξέρω ότι κάτω από τους πύργους του Τρικώμου, της Κερύνειας και της Βασίλειας υπάρχει ένας άλλος κόσμος, απείρως ωραιότερος και κραταιότερος από αυτόν που νομίζουμε ότι δημιουργήσαμε και για τον οποίον καυχώμεθα. Θα τον χαρώ με τους συμπατριώτες μου που μοιράζονται τις ίδιες σκέψεις, θα τους ακούω και θα τους σέβομαι για το σθένος και τη δύναμή που εκείνοι έχουν επιδείξει πολύ περισσότερο από μένα. Μας συνδέουν τόσα και τόσα και η φιλία μαζί τους είναι ένα βάλσαμο στον σημερινό μου κόσμο.
Δεν υπάρχει η επιστροφή όπως την έταξαν απατηλά και άνανδρα στον κόσμο οι ηγέτες. Υπάρχει επιστροφή μόνο αν είμαστε ειλικρινείς επιτέλους με τους εαυτούς μας, αν σταματήσουμε να παραμυθιαζόμαστε, γιατί όλοι ξέρουμε ότι με λίγη προσπάθεια για το κοινό καλό ότι η μόνη λύση είναι η λύση και είχαμε ευκαιρίες τις οποίες χάσαμε μέσα από τα δικά μας χέρια. Έτσι θα συνεχίσω να μιλώ σε σχολεία, σε παιδιά, σε μαθητές και φοιτητές για το χρέος στην ιστορία και την πάγκαλή πατρίδα μας μόνο. Θα τους εξηγήσω γιατί ήταν μεγάλοι ο Ευαγόρας και ο Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος και τι σημαίνει πατρίδα που δεν είναι μόνο το «σπίτι μου που το κρατούν οι ξένοι».
Θα τους εξηγήσω τι θα μπορούσε να ήταν ο τόπος αν είχαμε ηγέτες ικανούς να καταλάβουν τις προοπτικές ενός μικρού μεσογειακού νησιού. Θα τους παραμύθιαζα από το ύψος του Αγίου Ιλαρίωνα και θα τους έλεγα να φανταστούν πώς θα μπορούσε η Κερύνεια να ήταν το πιο όμορφο λιμάνι, που θα είχε ως φόντο τον καταπράσινο Πενταδάκτυλο και απέναντι τον χιονισμένο Ταύρο και τις μυθικές πόλεις του εμπορίου.
Πώς θα μπορούσαμε με ένα καραβάκι και λίγες ώρες πλεύσης να βρισκόμαστε απέναντι να τρώγαμε στη Σελεύκεια να βλέπαμε τις βασιλικές της Ελαιούσας Σεβαστής, την Όλβα και τη Διοκαισσάρεια και να συγκρίνουμε τα κάστρα μας. Θα τους μιλούσα για τις θάλασσες μας και την ανάγκη προστασίας τους, τη λαίλαπα της κλιματικής αλλαγής, θα τους περιέγραφα τις συνέπειες του Τρωικού πολέμου και γιατί μέχρι σήμερα μετρούμε 38 χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιους!
Εδώ που φτάσαμε μόνο το μέλλον μετρά. Το κοντινό παρελθόν, οι σειρήνες, οι κενοί πολιτικοί λόγοι, τα μοιρολόγια και τα φταιξίματα σε τρίτους, η «αδιαλλαξία» της Τουρκίας για τα νέα παιδιά δε σημαίνουν τίποτα. Ας αναλογιστούν οι ηγέτες το χρέος τους μόνο σ’ αυτά.
Στη φωτογραφία: Έργο του Γεωργίου Πολ. Γεωργίου, «Άγιος Σπυρίδωνας», 30 Ιουλίου 1956, ένα από τα έργα που επέστρεψαν από την Αμμόχωστο.
Ελεύθερα, 21/7/2024