Στη διάρκεια της δεύτερης φάσης της εισβολής οι δικοί μου εγκατέλειψαν άρον άρον το σπίτι τους και το χωριό τους, την Πέτρα. Ενώ η γιαγιά μου έκλαιγε, ο πατέρας μου φύσει αισιόδοξος, γύρισε και της είπε: «Μην κλαις σε λίγες μέρες θα είμαστε όλοι πίσω». Ήταν μια κούφια υπόσχεση. Και οι δύο πέθαναν στην προσφυγιά. Ειδικά η γιαγιά μου ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει το τραύμα του βίαιου ξεριζωμού.

Εγώ γεννήθηκα μετά το 1974. Το χωριό μας το «γνώρισα» μέσα από τις διηγήσεις των δικών μου. Χωρίς να έχω πάει ποτέ γνωρίζω πολύ καλά τη γειτονιά. Δίπλα μας ήταν τα σπίτια της Μαρούλας, του Παυλή, της Ελεγκούς. Πιο κάτω η εκκλησία, το νεκροταφείο ακόμη πιο μακριά. Όπως και το δημοτικό σχολείο. Κάποιοι όταν δηλώσω πρόσφυγας αντιδρούν. Πως γίνεται να είμαι πρόσφυγας, λένε, χωρίς να έχω χάσει το σπίτι μου, χωρίς να με έχει εκδιώξει κάποιος από τον τόπο μου;

Έχω ένα εκατομμύριο λόγους να διαφωνώ μαζί τους και κανένας από αυτούς δεν έχει να κάνει με την οικονομική βοήθεια που δέχτηκαν οι πρόσφυγες ή τα προνόμια, που υποτίθεται πως είχαν μετά την τουρκική εισβολή. Και είναι πραγματικά αστείο να υπάρχουν στ’ αλήθεια άνθρωποι, που πιστεύουν πως οποιοδήποτε χρηματικό ποσό μπορεί να αντισταθμίσει τον πόνο της απώλειας.

Ό,τι βίωσαν όσοι ήταν εν ζωή το 1974 πέρασε και στις επόμενες γενιές. Όχι μόνο μέσα από τις διηγήσεις και τις περιγραφές, αλλά μέσω ενός συλλογικού, άγριου τραύματος που έχει γραφτεί βαθιά στις ψυχές και στο DNA μας. Οι εμπειρίες των δικών μας ανθρώπων, ο πόνος, ο φόβος τους έγινε και δικός μας.

Για αυτό και δεν είναι καθόλου παράξενο να ακούμε σήμερα ανθρώπους που γεννήθηκαν μετά το 1974 να μιλούν σαν να ήταν εκεί, σαν να έζησαν κάθε στιγμή του μαύρου εκείνου καλοκαιριού.
Έχω βγάλει προσφυγική ταυτότητα και θα πάω να βγάλω και για τα παιδιά μου. Όχι γιατί διεκδικώ κάτι, θα ήταν άλλωστε γελοίο να υπαινιχθώ κάτι τέτοιο. Αλλά την ιδιότητα του πρόσφυγα την θέλω και την απαιτώ. Για τους δικούς μου που έφυγαν από τη ζωή με τον καημό ότι έφυγαν βίαια από τον τόπο τους. Για όσους σκοτώθηκαν το 1974, για τους αγνοούμενους, για τις γυναίκες και τα μικρά κορίτσια που βιάστηκαν.

Τις ζωές τους λίγο πολύ οι πρόσφυγες τις έστησαν ξανά. Τις ψυχές τους, όμως, τις άφησαν πίσω. Και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ.