Γυναίκες σε χώρες της Αφρικής καταδικάζονται ως μάγισσες, εξοστρακίζονται και διώκονται από τα χωριά και τις κοινότητές τους.

Ήρθαν εκείνο το πρωί η μια από το πατρικό της, στην κατεχόμενη Αγία Τριάδα, διασχίζοντας τη χρυσή πεδιάδα της Μεσαορίας και οι άλλες από τους πρόποδες του Πενταδαχτύλου. Οι τρεις φίλες έφεραν δώρα, τρεμιθθωτές, βιβλία και σύκα που είχε μαζέψει το πρωί από τη συκιά της η Έλλη. Οι τρεις διασημότεροι μάγοι έρχονται Χριστούγεννα οδηγούμενοι από ένα άστρο λαμπρό για να προσκυνήσουν τον Μεσσία, το θείο βρέφος, εναποθέτοντας στα πόδια του χρυσό, σμύρνα, λιβάνι. Οι μάγοι είναι άντρες που χαίρουν υψηλής υπόληψης στην κοινωνία, αφού είναι σοφοί και ασκούν εξουσία. Τους συμβουλεύονται ενίοτε η πολιτεία αλλά και ο απλός λαός. Η γνώμη και οι απόψεις τους έχουν βαρύτητα και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν.

Οι γυναίκες μάγισσες από την άλλη είναι οι απόκληρες, οι καταδιωγμένες, οι τρελές, οι βλάσφημες που καίγονται αλύπητα και αδίκαστα στην πυρά, για τα λόγια που τόλμησαν να αρθρώσουν, για τις απόψεις που υποστήριξαν, για τις γνώσεις που απέκτησαν, για τη λογική ή τις ικανότητές τους να γιατρεύουν κι αυτές, όπως οι άντρες γιατροί. Η όποια συμβολή τους στην επιστήμη, την αστρολογία, τη φιλοσοφία ή στις τέχνες υπήρξε καταδικαστέα.

Έπρεπε να εκμηδενιστούν, να καούν στην πυρά, να γίνουν καπνός και στάχτη. Παράδειγμα προς αποφυγή αντί προς μίμηση. Η γνώση οδηγούσε στην κατακραυγή, στην απομόνωση και τέλος στην τιμωρία, γιατί τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους πλάι σ’ αυτό του άντρα, του μάγου ή του ιερέα. Η Πυθία και η Κασσάνδρα ήταν τρελές, όπως και όλες οι γυναίκες που οδηγούνταν σε θανάτωση από την Ιερά Εξέταση.

Στην Αφρική υπάρχουν μέχρι σήμερα γυναίκες που αρκεί να τις καταδικάσει ο αρχηγός του χωριού ή να τις κατηγορήσουν οι συγχωριανοί τους ως μάγισσες για να εξοστρακιστούν από το σπίτι και την κοινότητά τους. Θεωρούνται υπαίτιες για την ανομβρία ή τις πλημμύρες που κατέστρεψαν τη συγκομιδή, για τον πρόωρο θάνατο ενός παιδιού ή τη στειρότητα ενός ζευγαριού. Κυρίως ηλικιωμένες, με κάποια προβλήματα υγείας ή με Alzheimer -που μεταφράζεται ως καθαρή τρέλα- αφού δεν είναι πλέον χρήσιμες για αναπαραγωγή ή για αγροτικές εργασίες διώκονται ακόμη και από την ίδια τους την οικογένεια που δεν θέλει να στιγματιστεί. Περιπλανούνται στη ζούγκλα ή στη σαβάνα ενώ όσες καταφέρνουν να επιζήσουν καταφεύγουν σε χωριά μαγισσών, που υπάρχουν- ανεπίσημα- τις μέρες μας, στη Γκάνα, στην Ακτή του Ελεφαντοστού και σε άλλες αφρικανικές χώρες.

Σ’ αυτά τα χωριά έφτασαν η φωτογράφος και σκηνοθέτης Marilena Umuhosa Delli, με καταγωγή από Ιταλία και Ρουάντα και ο σύζυγό της, μουσικός παραγωγός Ian Brennan, καταγράφοντας τις φωνές και τις ιστορίες αυτών των γυναικών σε άλμπουμ με εξάωρες ηχογραφήσεις, υπό τον τίτλο “Ι’ ve Forgotten Now Who I Used To Be”. (Έχω τώρα ξεχάσει ποια ήμουν). Εκατό γυναίκες τραγουδούν, ξεχωριστά η κάθε μια στη διάλεκτο της περιοχής ή του χωριού τους, με λέξεις και προτάσεις σαν επικλήσεις ή προσευχές που περνούν πλέον τα αφρικανικά σύνορα και σμίγουν με αυτές των κακοποιημένων γυναικών της υφηλίου. Με τις φωνές τους μας κοινοποιούν τις ανισότητες όχι μόνο των φύλων αλλά και των γεωγραφικών και φυλετικών διακρίσεων και της βίας που υφίστανται οι γυναίκες στον 21ο αιώνα της ψηφιακής εποχής. Γυναίκες λιγότερο προνομιούχες, γιατί έτυχε να γεννηθούν στην Αφρική ή στην Ινδία χωρίς πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ηλεκτρισμό ή ακόμη και στην εκπαίδευση.

Οι δικές μου φίλες-μάγισσες δεν ήρθαν στην πόλη μου καθισμένες σε καμήλες, ένα παλιό αντρικό επίσης προνόμιο, ούτε σε ιπτάμενες σκούπες με μυτερά καπέλα και μαύρες κάπες αλλά με θερινές ενδυμασίες και μαγιό. Μπορεί η Λεμεσός να μην διαθέτει τις καλύτερες παραλίες του νησιού, αλλά με την παρουσία και την καλή τους διάθεση έκαναν τα μαγικά τους ξόρκια. Τα νερά έγιναν καθάρια και σμαραγδένια, οι κρύοι καφέδες νέκταρ και το φαγητό αμβροσία, ενώ μια δροσερή αύρα φύσηξε εκείνη τη μέρα που το νησί έλιωνε στο λιοπύρι.

Μαζί μιλήσαμε για βιβλία και ταινίες, για το μαγικό βελονάκι, τα κεντήματα και τα παπλώματα της Έλλης, τα γραπτά της Μαρίας, τα έργα τέχνης της Τούλας, προσωπικά αντικείμενα από το σπίτι των παιδικών της χρόνων όπου έμειναν εγκλωβισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους οι γονείς της, περιμένοντας την επιστροφή του αγνοούμενου αδελφού της. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης του πατέρα στη δουλειά του και της μητέρας στο σπίτι. Τα προικιά και τα μαντήλια με τα οποία σκούπιζαν για χρόνια τα δάκρυά τους και έδεναν κόμπο τον καημό τους, περιμένοντας την επιστροφή του αγνοούμενου γιού.

Η θάλασσα ξέπλυνε κάθε καημό ενώ οι μεσήλικες γυναίκες ξάπλωναν σαν έφηβες, η μια δίπλα στην άλλη, φλυαρώντας. Τα αγκυροβολημένα φορτηγά πλοία στο βάθος δεν τις εμπόδισαν να ονειρευτούν ταξίδια μ’ αεροπλάνα και βαπόρια. Χωριά και νησιά που τις περιμένουν να τα επισκεφτούν, ξένες χώρες, πόλεις και μεγαλουπόλεις όπου ζουν μοναχικοί άνθρωποι και γυναίκες των οποίων τις ιστορίες θέλουν να ακούσουν, να καταγράψουν και να ζωντανέψουν.

Με την αφήγηση ξεδιπλώνονται οι ζωές μας ενώ η κάθε φαινομενικά ασήμαντη προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου, αποτελεί έναν κόκκο άμμου στην παγκόσμια κλεψύδρα του χρόνου και του τόπου. Το χρονικό αλλά και το γεωγραφικό διάστημα που δίνεται στον καθένα μας να ζήσει και να δημιουργήσει τη μικρή ιστορία της ζωής του, με τα χρόνια, τους μήνες και τις μνήμες, τις μέρες και τις στιγμές, συμπυκνώνεται σε ουσία κι έτσι μετατρέπεται σε αιωνιότητα.  Όπως εκείνο το πρωί που με τις φίλες-μάγισσες αποστάξαμε σ’ ένα λαμπίκο τη μέρα αυτή, κλείνοντας τις στιγμές σ’ ένα μικρό μπουκαλάκι, τον «στιγμοσυλλέκτη» που φυλάμε σαν φυλαχτό ως την επόμενή μας συνάντηση.

Φωτογραφίες: Δένα Αναξαγόρου, Ακτή του Ελεφαντοστού