«Οι πολλαπλές συντάξεις είναι ένα θέμα που προκαλεί την κοινωνία και θα πρέπει επιτέλους να επιλυθεί», λέει χτεσινή ανακοίνωση του ΔΗΣΥ. Και προσθέτει ότι «πριν από δέκα μήνες η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να φέρει μια ολιστική προσέγγιση. Δεν έχει φέρει ακόμη ούτε ένα νομοσχέδιο»…

Πολύ σωστά τα λέει. Αλλά, μην κάμνει κι ότι είναι πρόβλημα που ανακαλύφθηκε επί της παρούσης κυβέρνησης και οι προηγούμενες ή και τα κόμματα είναι κούπες άπανες. Διότι, ειδικά γι΄ αυτό το ζήτημα, υπάρχει κατάλληλη ρήση από τη λαϊκή σοφία: Πιασ΄ τον έναν τζιαι φάκκα τον πασ΄ τον άλλον.

Συγνώμη που το λέω έτσι, αλλά αυτή η ιστορία ξεκίνησε με ένταση από την εποχή της τρόικας, κλείσαμε πάνω από δεκαετία, δηλαδή. Κι ακόμα δεν βρέθηκε λύση για να τερματιστεί ένα φαινόμενο που εξευτελίζει όλη την πολιτική ζωή του τόπου.

Αυτή τη στιγμή βρίσκονται προς συζήτηση στη Βουλή έντεκα προτάσεις νόμου κομμάτων και βουλευτών, και έρχεται, όπως υποσχέθηκε η κυβέρνηση και δικό της νομοσχέδιο. Το πιο προκλητικό είναι ότι το νομοσχέδιο της κυβέρνησης, όπως και κάποιες από τις προτάσεις βουλευτών, δεν θα «πιάνει» τους υφιστάμενους πολυσυνταξιούχους, αλλά μόνο τους επόμενους. Οι υφιστάμενοι, περίπου τριάντα αξιωματούχοι –παίρνουν και μισθό και σύνταξη ή διπλές και τριπλές συντάξεις λόγω διάφορων πόστων που υπηρέτησαν– θα συνεχίσουν να τα απολαμβάνουν όλα εκτός κι αν από μόνοι τους τα αποποιηθούν.

Ναι, αυτή είναι η καινοτομία. Θα γίνει νόμος που θα τους επιτρέπει να αποποιηθούν κάτι από τα δικαιώματά τους. Αν θέλουν οι άνθρωποι! Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που βρήκαν τρόπο να τα αποποιηθούν χωρίς να χρειάζονται νομοθεσία. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου παραχωρεί την υπουργική του σύνταξη σε πέντε φιλανθρωπικά ιδρύματα και την δημαρχιακή σε δύο. Ο βουλευτής Ονούφριος Κουλλάς, που ήταν κρατικός υπάλληλος όταν εκλέγηκε βουλευτής αποποιήθηκε το δικαίωμα σύνταξης, κι έδωσε οδηγίες να κατατίθεται το καθαρό ποσό της σύνταξής του στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. Όπως και ο Άντρος Κυπριανού ο οποίος πέρυσι είχε δηλώσει: «Έφυγα από το ΑΤΙ στα 33. Δεν διεκδίκησα σύνταξη. Δεν πήρα πάρα μόνο στα 65. Τόσο απλό».

Αλλά, όταν ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν και μισθό και σύνταξη είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ως δημόσιος υπάλληλος που ήταν), γιατί να έχουμε απαιτήσεις από τους υπόλοιπους;

Υπάρχει, φυσικά, μια καλή δικαιολογία για να μην κάνουν τίποτε. Το ότι το 2011 ψήφισε η Βουλή νομοθεσία η οποία προέβλεπε την αναστολή της σύνταξης από πρόσωπα που κατέχουν ταυτόχρονα δημόσιο αξίωμα. Η νομοθεσία, το 2014, κρίθηκε αντισυνταγματική από το Ανώτατο Δικαστήριο, διότι παραβίαζε το άρθρο 23 του Συντάγματος, που λέει ότι οι συντάξεις συνιστούν ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Από τότε, όμως, μέχρι σήμερα, δηλαδή για δέκα χρόνια, αυτή η απόφαση αποτέλεσε σταθερό άλλοθι κυβερνήσεων και κομμάτων για να συνεχίζεται αυτή η ανωμαλία.

Θέλουν, επαναλαμβάνουν μονίμως, να κάνουν κάτι που να μην είναι αντισυνταγματικό. Καλά και αν καταθέσουν στη Βουλή έντεκα προτάσεις νόμου και ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο έξτρα, σημαίνει ότι διασφαλίζουν τη συνταγματικότητα; Ή διασφαλίζουν το χάος για να διαιωνίζεται η ανωμαλία; Αν συμφωνούσαν όλοι ότι πρόκειται για ένα υπερπρονόμιο που πρέπει να καταργηθεί, και αν είχαν πάρει πράγματι τα μηνύματα των τελευταίων εκλογών για την απαρέσκεια των πολιτών, θα φρόντιζαν να στείλουν ένα μήνυμα έμπρακτα. Θα έπρεπε να κάτσουν όλοι μαζί στη σύσκεψη αρχηγών και να καταλήξουν σε μία πρόταση νόμου, ελεγμένη και συνταγματικά και να την ψηφίσουν στο άψε σβήσε. Κι όχι να διαβουλεύονται δέκα χρόνια, ο καθένας με άλλα κριτήρια, και όχι πάντα με σεβασμό στο δημόσιο αίσθημα.

Τόσο απλό, που έλεγε κι ο Άντρος. Όπως, τόσο απλό, είναι επίσης να ρωτούσε κι ο Νίκος Χριστοδουλίδης τον Ονούφριο Κουλλά (αν δεν μιλά με τον Αβέρωφ), πώς τα κατάφερε να αποποιηθεί τη δική του σύνταξη και να το κάνει και ο ίδιος, κι όχι να βγαίνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να δηλώνει πως δεν υπάρχει διαδικασία αποποίησης της σύνταξης που λαμβάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας!