Ήταν που ήταν δύσκολο τώρα έγινε (λόγω του πολέμου) ακόμα πιο δύσκολο να γράφει κανείς για το Ισραήλ. Ήταν δύσκολο γιατί ανέκαθεν στο νησί υπήρχε μια αντίληψη ότι το σωστό είναι να κανείς με τους Παλαιστίνιους και να φωνάζει κατά του Ισραήλ. Σωστό ήταν για όσους ακολουθούσαν τη συγκεκριμένη γραμμή στη βάση μιας αντίληψης που κυριάρχησε κατά τον ψυχρό πόλεμο.

Ο σωστός αριστερός έπρεπε να υποστηρίζει τους Παλαιστίνιους γιατί θεωρούσε πως η Φάταχ ήταν ένα αριστερό κίνημα. Έτσι του έλεγαν, έτσι πίστευε και αυτό έπραττε. Εκθείαζε την αγωνιστικότητα της Φάταχ και του Αραφάτ στο πλαίσιο μιας αριστερίστικης ιδεολογίας. Από την άλλη όμως ήταν οι σοσιαλιστές της Κύπρου που έβλεπαν στο πρόσωπο του Αραφάτ τον «σωστό αγωνιστή» και τη Φάταχ το «σωστό αγωνιστικό κίνημα» που έδειχνε «το σωστό δρόμο» κατά του κατακτητή.

Και βεβαίως ονειρεύονταν να δουν και τους Κύπριους να παίρνουν τα καλάσνικοφ και να στήνουν ενέδρες στους κατακτητές και πολλά άλλα που ακολουθούσε η δράση της οργάνωσης του Γιασέρ Αραφάτ. Από την άλλη όμως οι αριστεροί έτρεμαν με την ιδέα να δουν μια ανάλογη δράση στην περίπτωση της Κύπρου και έβαζαν πάντοτε τη στήριξή του προς τους παλαιστινίους στο «σωστό πολιτικό πλαίσιο». Ποτέ δεν θα ήθελαν να δουν κάτι ανάλογο να συμβαίνει στο νησί.

Εξάλλου, ουδέποτε είδαν την άλλη πλευρά ως εχθρική. Καθόλου τυχαίο το σύνθημα περί Τουρκοκυπρίων αδελφών. Αυτό όμως δεν το πίστευαν οι σοσιαλιστές γι’ αυτό και μεταξύ των δύο υπήρχε πάντοτε μια ιδεολογικοπολιτική κόντρα. Υποστηρικτές του Αραφάτ, όχι όμως και των πρακτικών του.

Στην πορεία μπήκαν στην «παρέα» και κάμποσοι «δεξιοί πατριώτες» που βλέπουν, όπως έβλεπαν κάποτε οι σοσιαλιστές, πως ο τρόπος που παλεύουν οι Παλαιστίνιοι είναι «ορθώς αγωνιστικά». Και αρχίζουν να αραδιάζουν διάφορα «βαθυστόχαστα» πέριξ του Ισραήλ.

Είναι όντως δύσκολο να γράφει κάποιος, ιδιαίτερα σήμερα, για το Ισραήλ. Το εύκολο είναι είτε να ακολουθείς το ρεύμα και την αντίληψη των πολλών, είτε να καθίσεις κάτω και να ακούσεις και την άλλη πλευρά τι έχει να πει.

Όντως προβληματίστηκα και πάλι εάν θα γράψω κάτι σε σχέση με το σήμερα. Να το αποφύγω εύκολα και απλά για να μην μου πουν και τούτη τη φορά «ανέλαβες να ξεπλύνεις αυτούς που σκοτώνουν αθώους». Γιατί το άκουσα ακόμα μια φορά κι αυτό με αφορμή τα ρεπορτάζ με τα οποία κατέγραψα τις προηγούμενες δύο Κυριακές τις μαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου.

Όμως οι μαρτυρίες είναι εκεί. Βλέπετε στη γειτονική χώρα οι άνθρωποι που επέζησαν των σφαγών και των βιασμών δεν σιώπησαν. Είχαν κι αυτή την εύκολη επιλογή, να σωπάσουν. Όμως δεν λειτουργήσαν κατά το πρότυπο των Κυπρίων γειτόνων τους, που δεν ήθελαν και δεν θέλουν να μιλούν για τα όσα έζησαν πριν από πενήντα χρόνια.

Οι συγγενείς και οι φίλοι όσων συνεχίζουν να είναι όμηροι στα χέρια των τρομοκρατών οργανώθηκαν και κάθε μέρα πραγματοποιούν συγκεντρώσεις, βγαίνουν κάθε μέρα και φωνάζουν, ενημερώνουν. Παλεύουν για να ελευθερωθούν οι δικοί τους άνθρωποι, αγωνίζονται με κάθε μέσο ώστε να τους έχουν πίσω κοντά τους. Ακόμα και νεκρούς τους θέλουν πίσω. Ξέρουν ότι ο μόνος τρόπος για να πετύχουν το στόχο τους είναι να μην σιωπήσουν. Ξέρουν την ίδια ώρα πως κανένας πολιτικός δεν έχει το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί τον πόνο τους, αλλά αντίθετα οι πολιτικοί έχουν την υποχρέωση να βγουν λύση. Και γι’ αυτό φωνάζουν κάθε μέρα.

Στην περίπτωση μας όμως τι έγινε στη διάρκεια της 50ετίας; Πολιτική εκμετάλλευση και οι συγγενείς των αγνοουμένων και συλληφθέντων ως «γραφικούς» τους οποίους οι πλείστοι αδιαφορούσαν να ακούσουν.

Θα μπορούσα να ασχοληθώ με άλλα πιο εύκολα και πιασάρικα θέματα. Έλα όμως που διάβασα το βιβλίο του Αλόν Πέντζελ στο οποίο καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια οι μαρτυρίες των ανθρώπων που πρώτοι είδαν τι άφησαν πίσω τους οι τρομοκράτες της Χαμάς. «Testimonies Without Boundaries» ονομάζεται, ή εάν θέλετε «Μαρτυρίες χωρίς σύνορα».

Προβληματίστηκα, δεν λέω, αλλά μετά τα όσα άκουσα και διάβασα, είπα πως δεν θα τους κάνω το χατίρι. Δεν θα ακολουθήσω κανένα εξ εκείνων που ψάχνουν δικαιολογίες για να δώσουν άλλοθι σε τρομοκράτες.