Το ελικοφόρο αεροπλάνο πετούσε μισοάδειο πάνω από το Ικάριο πέλαγος με τον κάθε επιβάτη να διαθέτει μια σειρά, όλη δική του. Οι αφίξεις λιγοστές στο τέλος της τουριστικής περιόδου, ενώ στις αναχωρήσεις τόσο στο αεροδρόμιο όσο και στο λιμάνι οι ουρές ατέλειωτες λες κι επέκειτο η έκρηξη ενός ηφαιστείου κι έπρεπε να γίνει έκτακτη εκκένωση. Ηλιοκαμένοι ξένοι τουρίστες επέστρεφαν στις βόρειες χώρες της καταχνιάς όπου είχε ήδη μπει ο χειμώνας.

Οι κάτοικοι του νησιού θα μαζευτούν κι αυτοί στα σπίτια τους αφού πρώτα μαζέψουν και νοικοκυρέψουν τα υποστατικά τους που διαθέτουν ως τουριστικά καταλύματα, κλείνοντάς τα μέχρι και το επόμενο καλοκαίρι που θα ξανάρθουν ντόπιοι και ξένοι τουρίστες. Οι απόδημοι συγγενείς έχουν φύγει προ πολλού, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις από θερινά τραπέζια και γλέντια, συνοδευόμενα με γλυκό μοσχάτο κρασί. Αποκορύφωμα το φαγοπότι της μεγάλης γιορτής της Παναγίας, τον Δεκαπενταύγουστο, μεταίχμιο του καλοκαιριού και του χειμώνα, ένα πέρασμα μέσα από το οποίο χωρεί ταυτόχρονα το τέλος και η αρχή.

Στην κονσόλα και στους πάγκους, στα άδεια πλέον σπίτια των γονιών και των παππούδων χάσκουν τα δώρα, κυρίως gadgets που τους έφεραν τα παιδιά και τα εγγόνια τους από τη ξενιτιά. Στην κουζίνα ένα air-fryer «για να μαγειρεύετε υγιεινά» τους είπαν. Το κοίταξαν με δυσπιστία, αυτοί που έχουν περάσει τα ογδόντα τους χρόνια και μαγείρευαν μια ζωή με το λάδι της ελιάς, δικής τους σοδειάς. Και τώρα τους προτρέπουν να ψήνουν τα φαγητά τους «στον αέρα»; Τους ευχαριστούν και γελούν, δείχνοντας το με περηφάνια στις γειτόνισσες, στις οποίες η γιαγιά περιγράφει ήδη το σχέδιο για το πετσετάκι που θα κεντήσει για να σκεπάσει τη συσκευή. Παρόμοιο με αυτά της ηλεκτρικής καφετιέρας, την οποία επίσης δεν θα χρησιμοποιήσει έως το άλλο καλοκαίρι που θα ξανάρθουν τα παιδιά, αφού σχεδόν ένα αιώνα τώρα ψήνει τον καφέ στο μπρίκι. Είναι και το μεγάφωνο, που συνδέεται με το κινητό σου για ν’ ακούς δυνατά μουσική, σκεπασμένο μ’ ένα γαλάζιο πετσετάκι με ηλίανθους. Μένει κι αυτό σαν διακοσμητικό στοιχείο εφόσον το ηλικιωμένο ζευγάρι φροντίζει να έχει πάντα μπαταρίες στο τρανζιστοράκι του.

Μόνο την ηλεκτρονική «κορνιζοθήκη» στην οποία οι φωτογραφίες διαδέχονται η μια την άλλη στην οθόνη, βάζουν συχνά σε λειτουργία. Χαίρονται με τα χαρούμενα πρόσωπα των αγαπημένων τους που παρελαύνουν μπροστά τους. Όλο το καλοκαίρι τα εγγόνια έκαναν μαθήματα στους παππούδες, πώς να δουλεύουν το ipad, ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλο όταν θα κάνουν βιντεοκλήσεις.

Τις Κυριακές το βράδυ οι παππούδες κάθονται στο πετρόχτιστο καμαράκι μπροστά από τη συσκευή, ενώ το φουρτουνιασμένο πέλαγος ακούγεται μέχρι και τον μακρινό Καναδά όταν εμφανίζονται στην οθόνη οι μορφές του γιού τους με τα εγγόνια που τους χαιρετούν από το διαμέρισμά τους σ’ ένα ουρανοξύστη. Στο νησί έχει νυχτώσει και το ηλικιωμένο ζευγάρι ετοιμάζεται για τη βραδινή του σούπα, ενώ στην άλλη πλευρά της οθόνης η υπόλοιπη οικογένεια με πιτζάμες ακόμη, φτιάχνει pan-cakes για να προγευματίσει.

Στα καφενεία και στην πλατεία του νησιού, νέα παιδιά ακούν στο όνομα Πυθαγόρας, Αρίσταρχος, Πολυκράτης, ονόματα του μεγάλου μαθηματικού, του αστρονόμου και του τυράννου. Μα κι ο παππούς που καλαφατίζει μια βάρκα στα ναυπηγεία, ονομάζεται Ευπαλίνος, μας λέει, φέροντας το όνομα του σπουδαίου μηχανικού του 6ο αιώνα π.Χ. Το «Ευπαλίνειο όρυγμα» το οποίο αναφέρει ο Ηρόδοτος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της μηχανικής αφού πρόκειται για μια σήραγγα χιλίων μέτρων η οποία χρησίμευε ως υδραγωγείο. Το εκπληκτικό είναι πως οι δυο σήραγγες είχαν ανοιχτεί ταυτόχρονα στις δύο άκρες του νησιού, ενώ συναντήθηκαν με ακρίβεια στο κέντρο.

Η κυρία Ήρα ντυμένη στα μαύρα κάθεται στο καλντερίμι, καθαρίζοντας ρόδια που προσφέρει και σε μας τους περαστικούς. Θυμίζει την ομώνυμη θεά που γεννήθηκε στο νησί, προστάτιδα του γάμου και της γονιμότητας, γι’ αυτό και συχνά αναπαρίσταται κρατώντας ένα ρόδι. Προς τιμήν της κτίστηκε ο περίφημος ναός του Ηραίου, που υπήρξε ο μεγαλύτερος ναός στην Ελλάδα. Περιδιαβάζοντας τα ερείπια του αρχαιολογικού χώρου, μια αρχέγονη ενέργεια διαπερνά τον επισκέπτη, ενώ ο γιγάντιος κούρος στο αρχαιολογικό μουσείο κόβει την ανάσα.

Η ηλικιωμένη Σαμιώτισσα, σαν σύγχρονη Ήρα, κάθεται στο ξωπόρτι στολίζοντας τα κόλλυβα για το μνημόσυνο του συζύγου και των προγόνων της που ήρθαν πρόσφυγες, κυνηγημένοι από τις ακτές της Μικράς Ασίας, που αντικρίζουν κάθε πρωί. Έχοντας εκδιωχθεί από τις πόλεις τα σπίτια τους στις ακτές της Ιωνίας, ξεκίνησαν από το μηδέν στην εύφορη γη της Σάμου που τους αγκάλιασε. Έγιναν βυρσοδέψες, αγγειοπλάστες, ναυπηγοί, μαθαίνοντας την αρχαιότερη τέχνη του νησιού. Φύτεψαν και καλλιέργησαν ελιές, αμπέλια, ροδιές και κηπευτικά, δουλεύοντας σκληρά για να επιβιώσουν με υπομονή, καρτερικότητα, πίστη και πείσμα. Άλλοι πήραν τα καράβια, έγιναν ναυτικοί, ή ξενιτεύτηκαν, ζώντας πάντα με τον νόστο της επιστροφής στο νησί, αδυνατώντας ν’ αντισταθούν στο αέναο κάλεσμα της φωνής της πατρίδας.

dena.toumazi@gmail.com