Η σχολική βιβλιοθήκη ήταν ένας σκοτεινός χώρος με δυο μοναστηριακά τραπέζια περιτριγυρισμένα από καρέκλες ενώ στα ράφια βρίσκονταν όρθια τα βιβλία που έφεραν από ένα κωδικό, εις περίπτωση δανεισμού τους, κάτι όμως που δεν συνέβαινε ποτέ. Ούτε καν οι εκπαιδευτικοί διάβαζαν κάτι πέρα από αυτό που αφορούσε στη διδακτέα ύλη τους.
Οι διάφοροι τόμοι έστεκαν βαριεστημένοι, σκονισμένοι στα ράφια, ενώ περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια. Τα καλοκαίρια η κουφόβραση και η μοναξιά έκαναν την παραμονή τους στην αίθουσα αφόρητη. Κάθε Σεπτέμβρη, η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς έφερνε μια νέα πνοή. Το κουδούνι κτυπούσε στο τέλος κάθε σχολικής περιόδου και στα διαλείμματα, με τα ποδοβολητά και τις φωνές των μαθητών που ξεχύνονταν στην αυλή.
Από τα ανοιχτά παράθυρα της βιβλιοθήκης έμπαινε η μυρωδιά του βασιλικού, από τον καθιερωμένο αγιασμό, των οκτωβρούδων και της νοτισμένης από τη βροχή γης. Έφταναν οι ήχοι των τυμπάνων από τις πρόβες της παρέλασης, από απαγγελίες και τραγούδια των εορτασμών των εθνικών επετείων, όπως «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά» με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο στην επέτειο της 28η Οκτωβρίου.
Κάθε Σεπτέμβρη τα βιβλία είχαν μεγάλες προσδοκίες πως καθηγητές και μαθητές, θα τα δανείζονταν, θα τα έπαιρναν στα σπίτια τους μέσα σε χαρτοφύλακες και σχολικές τσάντες, διαβάζοντας με ενδιαφέρον τις σελίδες τους. Πολλές από αυτές έπρεπε μάλιστα να κοπούν μ’ ένα χαρτοκόπτη, αφού δεν είχαν ξαναδιαβαστεί. Να όμως που για ακόμη μια χρονιά θα έμεναν ανέγγιχτα στα ράφια, μόνο η καθαρίστρια τα ξεσκόνιζε μ’ ένα φτερό.
Οι εγκυκλοπαίδειες απ’ την άλλη τύγχαναν περιστασιακά κάποιας χρήσης, όταν τις συμβουλεύονταν κάποιοι μαθητές που είχαν αναλάβει μια εργασία. Διαδίκτυο, δεν υπήρχε όπως σήμερα που μ’ ένα κλικ, κουνώντας μόνο το μικρό σου δαχτυλάκι έχεις ολόκληρη εργασία τυπωμένη στο χαρτί. Τότε έπρεπε ο μαθητής να βγάλει κάλο στα δάχτυλα, αντιγράφοντας ολόκληρες παραγράφους, στο σχολικό τετράδιο με το λιμανάκι της Κερύνειας στο εξώφυλλο και τη φράση ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ με κεφαλαία γράμματα.
Τελειώσαμε το γυμνάσιο με το μυαλό γεμάτο «παπαγαλίες», χωρίς να καλλιεργήσουμε κριτική σκέψη. Ακόμη και οι εκθέσεις που γράφαμε στα νέα ελληνικά ήταν στημένες, με συγκεκριμένες φρασεολογίες κλισέ που μας έδιναν οι φιλόλογοί μας για ν’ αποστηθίσουμε. Μια ξύλινη γλώσσα που μέχρι σήμερα ακούμε στις ομιλίες των πολιτικών μας.
Η βιβλιοθήκη τη μακρινή εκείνη δεκαετία του ’70, αντί να χρησιμεύει σαν αναγνωστήριο, ήταν ο χώρος όπου στέλνονταν για τιμωρία οι απείθαρχοι και άτακτοι μαθητές, ενώ σε περιόδους πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, μετατρεπόταν σε χώρο εξομολόγησης. Ναι μεν δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά πολλοί θεολόγοι εκφόβιζαν τα παιδιά πως αν δεν συμμετείχαν, θα τους έριχναν τη βαθμολογία. Ο πνευματικός περίμενε τους μαθητές καθισμένος στο μακρύ τραπέζι, ενώ αυτά έφταναν αμήχανα μπαίνοντας με το κεφάλι κατεβασμένο, πασκίζοντας να σκεφτούν για τι πράγμα να μιλήσουν:
Για τον θυμό προς τους «γονείς ελικόπτερα» που περιστρέφονταν συνεχώς πάνω από το κεφάλι τους; Που τα φλόμωναν στα φροντιστήρια και τους επέβαλλαν τι να σπουδάσουν; Για την έλξη ή το σκίρτημα που ένιωθαν προς ένα συμμαθητή ή συμμαθήτριά τους ή για το φιλί που αντάλλαξαν στα πεταχτά κάτω από τις ανθισμένες πορτοκαλιές; Πως φαντασιώνονταν τον John Travolta και την Olivia Newton John; Αντί να φεύγουν ξαλαφρωμένα, παίρνοντας άφεση αμαρτιών, ένοιωθαν ντροπιασμένα και ενοχοποιημένα.
Οι εκπαιδευτικοί δεν έμαθαν ποτέ πως στο ράφι πίσω από τον ιερέα βρίσκονταν κάποια «αμαρτωλά» βιβλία όπως η Manon Lescaut του αββά Prévost , η Anna Karenina του Leon Tolstoy ή το ερωτικό βιβλίο «Η Αφροδίτη με τις γούνες» του Sacher-Masoch, απ’ όπου προέρχεται κι ο όρος μαζοχισμός. Τώρα πώς το συγκεκριμένο βιβλίο βρέθηκε στα ράφια μιας σχολικής βιβλιοθήκης, παραμένει άλυτο μυστήριο. Το πιθανότερο να είχε αγοραστεί κατά λάθος ως βιβλίο ελληνικής μυθολογίας όπου άλλωστε βρισκόταν ταξινομημένο.
Το ίδιο σχολικό κτίριο στο οποίο φοιτήσαμε εμείς, οι γονείς και τα παιδιά μας, ορθώνεται πάντα εκεί, ανακαινισμένο πλέον, ενώ στη βιβλιοθήκη του έχουν προστεθεί ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Αναμένεται μάλιστα και η εγκατάσταση κλιματιστικού μέσα στις επόμενες δεκαετίες! Ανάμεσά τους στέκονται ακόμη τα παλιά «άκοπα» βιβλία με τα δερμάτινα εξώφυλλα. Σίγουρα σε πολλά απ’ αυτά έχουν καταγραφεί συναισθήματα χαράς και λύπης, θυμού και αγανάκτησης, όσων πέρασαν στο παρελθόν από τον χώρο αυτό.
Τα βιβλία έχουν την ιδιότητα να απορροφούν στις σελίδες τους, θορύβους, κραδασμούς, κουβέντες, αναστεναγμούς, έρωτες και κρυφούς λυγμούς. Η βιβλιοθήκη είναι ένας ναός που ανυψώνει και απελευθερώνει το πνεύμα, εμπνέει, οξύνει τις αισθήσεις και διευρύνει τις γνώσεις. Με τη λογοτεχνία εξάλλου μπορούμε να ‘ρθουμε πιο κοντά στον εαυτό μας. Οι λέξεις γίνονται καράβια με τα οποία σαλπάρουμε για ταξίδια μακρινά. Αεροπλάνα για να πετάξουμε πάνω από τα ευτελή, την πεζή καθημερινότητα με τις συμβατικότητες και τις συνθηκολογήσεις. Είναι ένα μέσο ώστε να ζήσουμε αλήθειες οικουμενικές μα κυρίως τις δικές μας, τις προσωπικές.
dena.toumazi@gmail.com