Στην ταβέρνα κάτω στο λιμάνι η μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη «Πέτρινα χρόνια» γινόταν ένα με αυτή του φλοίσβου. Ψίθυροι από ομιλίες, σε διάφορες γλώσσες ακούγονταν από τα γειτονικά τραπέζια, αν και όλοι μιλούσαν σιγανά λες και εκείνη την ώρα ετελείτο μια λειτουργία σ’ ένα υπαίθριο ναό στο βάραθρο του βουνού, πάνω στο οποίο ήταν χτισμένη η Χώρα. Θόλος του ναού, των ουρανών η πλατυτέρα.
Ο ήλιος πρέπει να είχε δύσει αφού τα λευκά σπιτάκια των Φηρών είχαν βαφτεί με ένα μενεξεδί χρώμα και τα πρώτα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν ενώ έπεφτε το σούρουπο. Στην Οία θα είχαν αράξει από νωρίς οι τουρίστες στα μπαράκια και στα βράχια για ν’ αποχαιρετήσουν τη μέρα με τα διάσημα ηλιοβασιλέματα, που στην πραγματικότητα δεν είχαν κάτι το καλύτερο από το λιόγερμα σε οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου.
Οι δυο φίλες δεν ένιωθαν τουρίστριες, αλλά προσκυνήτριες που ήρθαν για να εκπληρώσουν ένα προσωπικό τάμα. Παρόλο που επισκέπτονταν το νησί τούτο για πρώτη φορά, το ένιωθαν οικείο και δικό τους, αφού η Σαντορίνη είχε πάρει μια ξεχωριστή θέση στο ασυνείδητό τους, τόσο από τα μαθήματα ιστορίας όσο και τις «Γυμνοπαιδίες», του Γιώργου Σεφέρη, εμπνευσμένες από την ομώνυμη μουσική του Eric Satie.
Οι δυο συμφοιτήτριες μόλις είχαν τελειώσει τις σπουδές τους στη Γαλλία και η Έμμυ είχε πιάσει -προσωρινά- δουλειά σε ασφαλιστική εταιρεία, περιμένοντας τον διορισμό της ως καθηγήτρια στο δημόσιο. Η Δέσποινα είχε επιστρέψει στη Μεγαλόνησο η οποία τότε, το 1990 δεν διέθετε καν πανεπιστήμιο ενώ μια πνευματική άπνοια διέπνεε τον τόπο. Είχε επίσης σπουδάσει Γαλλική Λογοτεχνία, αλλά αυτή προετοιμαζόταν για εξετάσεις στο Διπλωματικό Σώμα.
Η πρώτη ζούσε στην Αθήνα, τη μεγαλούπολη των εκατομμυρίων. Παρόλο που λίγα χρόνια είχαν περάσει αφότου τελείωσαν το λύκειο, είχε ήδη χάσει κάθε επαφή με συμμαθητές και παλιές παρέες. Οι πιθανότητες να τους συναντούσε στους δρόμους της ελληνικής μητρόπολης ή σε μια καφετέρια ήταν μια στο εκατομμύριο. Αντιθέτως η Δέσποινα ήταν αναγκασμένη να «κουτουλλά» σε πρόσωπα που γνώριζε από τη νηπιακή της ηλικία με τα οποία ήταν αδύνατο να μην διασταυρωθείς στη μόνη λεωφόρο της πόλης, στην αγορά ή στο μοναδικό θέατρο όταν έδινε παράσταση ένας θίασος ή κάποιος τραγουδιστής εξ Ελλάδος.
Οι Κύπριοι χόρευαν εξ ανάγκης ένα αντικρυστό χορό, ένα «καρτζιλαμά», ζώντας κεκλεισμένων των θυρών στο νησί που λόγω της τουρκικής εισβολής είχε μείνει μισό. Τα βουνά και η πράσινη γραμμή έκλειναν τον ορίζοντα και τα σύνορα. Αγναντεύοντας τη θάλασσα που το κύκλωνε δεν έβλεπες καμιά στεριά, κανένα νησί στα βάθη του ορίζοντα. Απόλυτη μοναξιά και απομόνωση.
«Αντικρυστά» θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της αν έμενε εδώ, με τις συμμαθήτριες στα εικοσιπέντε τους, να έχουν ήδη ένα-δυο παιδιά, να τρέχουν στα ραντεβού με τη μανικιουρίστα και τον αρχιτέκτονα για να χτίσουν ένα φαντασμαγορικό σπίτι, στο οποίο θα έκαναν, πάρτι, δεξιώσεις, φιλανθρωπικά παζαράκια και παιδικά γενέθλια.
Αυτά και άλλα συζητούσαν οι δυο φίλες, έχοντας αποφανθεί πως η διπλωματική καριέρα θα έδινε στη Δέσποινα την ευκαιρία να κινηθεί εκτός της προδιαγεγραμμένης επαρχιακής ζωής του νησιού, κατοικώντας σε διάφορες χώρες, μαθαίνοντας ξένες γλώσσες, ζώντας έτσι πολλές ζωές. Το μέλλον σε τέτοιες ηλικίες ήταν ένα τετράδιο με λευκές άγραφες σελίδες που καλούνταν να γεμίσουν με τις αποφάσεις και τις επιλογές τους.
Αντάλλαζαν μακροσκελή γράμματα για να κρατήσουν επαφή μεταξύ τους και με άλλους φίλους που ζούσαν σε ξένες χώρες, εφόσον η τηλεφωνική επικοινωνία ήταν ασύμφορη εκείνα τα χρόνια. Έστελναν cartes-postales από τα ταξίδια, κουβαλώντας πάντα μαζί τους την ατζέντα τους, ένα «δευτεράκι» που περιείχε διευθύνσεις και τηλέφωνα.
Η κάρτα που είχε στείλει στην αδελφή της με ημερομηνία 3 Ιουλίου 1991, που βρέθηκε σ’ ένα συρτάρι στο πατρικό σπίτι έγραφε τα εξής:
«Αδελφούλα, βρίσκομαι επιτέλους στο νησί των ονείρων μου, το νησί-ηφαίστειο, με την αλαφρόπετρα, τον κρατήρα στο βάθος και τ’ αναδυόμενα νησιά. Στην κάρτα βλέπεις τις τοιχογραφίες με τις Κροκοσυλλέκτριες, που σώθηκαν κάτω από τις στάχτες της ηφαιστειακής τέφρας, στις ανασκαφές στο Ακρωτήρι. Χρονολογούνται γύρω στο 1650 π. Χ. Ένιωσα μια ταύτιση με τις γυναίκες που μαζεύουν τελετουργικά τα άνθη του κρόκου, λες και η Έμμυ κι εγώ ήρθαμε εδώ για να συλλέξουμε αιώνες μετά, από τον ίδιο αρχέγονο και ενεργειακό τούτο τόπο «στιγμές» με χρώματα και θεραπευτικές ιδιότητες, όπως και ο κρόκος. Πιστεύω πως όσα χρόνια κι αν περάσουν κανείς δεν θα μπορέσει να αλλοιώσει τον παρόντα χρόνο. Όπως εξάλλου έμεινε άθικτη η ομορφιά αυτών των άγνωστών μας γυναικών, που περπάτησαν και έζησαν στη Θήρα, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Που στέκουν ακόμη ολόρθες με τα αραχνοΰφαντα ρούχα και τα περίτεχνα κοσμήματά τους, θυμίζοντάς μας πως η ομορφιά της τέχνης είναι αιώνια και ανεξίτηλη.»
Υ. Γ. Η Έμμυ σε χαιρετά επίσης πίνοντας στην υγειά σου το ασύρτικο κρασί με την πρόποση: Στην αιώνια ομορφιά και στην «άλλη ζωή τη βυθισμένη».