Το πρωί της 23ης Δεκεμβρίου όταν ανεβήκαμε, ως ομάδα πολιτικών συντακτών του «Φ» στον Λόφο για την καθιερωμένη ετήσια συνέντευξη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μας υποδείχθηκε ότι τα κινητά θα πρέπει να μείνουν εκτός… Η απάντηση ήταν βεβαίως αρνητική, όχι ένεκα αντιδραστικής έξαρσης, αλλά γιατί τα κινητά θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς ηχογράφησης της συνέντευξης. Εν γνώσει του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και των συνεργατών του. Και αυτό έγινε.
Η φράση «παρακαλώ το κινητό να το αφήσετε στη θυρίδα…», μου είναι πλέον πολύ οικία και την εδώ και δύο-τρία χρόνια όποτε, ως δημοσιογράφος, βρεθώ επισκεφθώ είτε το υπουργείο Εξωτερικών, είτε το υπουργείο Άμυνας, ή άλλες υπηρεσίες. Είναι κι αυτό ένα από τα μέτρα ασφαλείας που εφαρμόζονται και εδώ, σε Προεδρικό, Υπουργεία, Υπηρεσίες. Γιατί αλλού ανάλογα μέτρα εφαρμόζονται εδώ και χρόνια.
Προσωπικά η πρώτη φορά βρέθηκα μπροστά σε κάτι ανάλογο ήτα σε πρεσβεία πριν αρκετά χρόνια και ομολογώ ότι ήταν εκνευριστικό ή εάν θέλετε δείγμα έλλειψης εμπιστοσύνης. Με την πάροδο του χρόνου άρχισε να γίνεται συνήθεια ότι τα κινητά είτε μπαίνουν σε θυρίδα ασφαλείας, είτε απλώς το αφήνω στο αυτοκίνητο ή στο γραφείο.
Όλα αυτά βεβαίως πολύ πριν αρχίσουμε και εμείς κοινοί θνητοί να μαθαίνουμε πόσο πολλά μπορούν να γίνουν με τη χρήση ενός σύγχρονου «έξυπνου» κινητού, και που δεν ήταν μόνο τηλεφωνήματα και αποστολή μηνυμάτων. Αλλά ακόμα και σήμερα πολλοί είναι εκείνοι που αισθάνονται άνετα μιλώντας στο κινητό θεωρώντας ότι κανείς δεν μπορεί να τους ακούσει ή να τους παρακολουθήσει. Ή που πιστεύουν πως ενεργοποιώντας το GPS αυτό λειτουργεί μόνο για να τους δείχνει το δρόμο, και όχι ότι το κάθε τους βήμα καταγράφεται από έναν (στην καλύτερη των περιπτώσεων) δορυφόρο που ακολουθεί το κινητό τους τηλέφωνο.
Πλέον στις επικοινωνίες τίποτε δεν είναι ασφαλές, ούτε και μπορεί να είναι κάποιος σίγουρος πως ο συνομιλητής του δεν τον έχει σε ανοικτή ακρόαση με έναν ή περισσότερους ακροατές.
Αλλά τη σημερινή μέρα ο κόσμος δεν χρησιμοποιεί το κινητό μόνο για μια δια βοής επικοινωνία, αλλά μπορεί να μιλά και να βλέπει το συνομιλητή του. Για κάποιους είναι πιο ανθρώπινο από μια απλή τηλεφωνική επικοινωνία. Άλλο είναι να βλέπεις τον συνομιλητή σου και άλλο απλώς να τον ακούεις. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι τηλεδιασκέψεις αποτελούν μέρος της καθημερινότητας στους περισσότερους οργανισμούς.
Έτσι, αντί λοιπόν να μιλάς με κάποιο από τηλεφώνου είναι προτιμότερη μια βιντεοκλήση για να υπάρχει και οπτική επαφή με τον συνομιλητή. Να τον βλέπει και να σε βλέπει.
Και μιας και ζούμε στην εποχή της βιντεοκλήσης, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μπορεί να προσφέρουν κι αυτή την ευχέρεια στους χρήστες τους. Μπορεί να συνομιλούν και να βλέπει ο ένας τον άλλο.
Είναι όμως αυτή η επικοινωνία ασφαλής; Γνωρίζει ο ένας συνομιλητής εάν ο άλλος καταγράφει την επικοινωνία τους; Μπορεί να αποτρέψει ή αφήνεται στην καλή πρόθεση του ενός εκ των δύο συνομιλητών;
Ως προς τα κινητά που εισέρχονται στο Προεδρικό, τα υπουργεία και άλλες υπηρεσίες έχει υιοθετηθεί μια πρακτική ασφαλείας για όσους εισέρχονται στα κτίρια ώστε να κινητά τους να τοποθετούνται μέσα σε θυρίδες.
Αυτό για να προστατεύονται οι εντός από τους εκτός.
Πως άραγε οι εντός προστατεύουν τους εαυτούς τους από τους εκτός, όταν ανοίγουν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή για να συνομιλήσουν με κάποιον εκτός; Όταν αυτός ο κάποιος τους είναι και άγνωστος;
Απ’ ό,τι ξέρουμε και γι’ αυτές τις επικοινωνίες υπάρχουν κανόνες ασφαλείας και αυστηρά μέτρα ως προς το πότε και πως συνομιλεί κάποιος μέσω βιντεοκλήσης και από πιο σημείο. Και οι συνομιλίες είναι πολύ δομημένες και προσεκτικά διατυπωμένες.
Αυτό που είδαμε όμως να συμβαίνει, με αφορμή το επίμαχο βίντεο, είναι προφανής η απουσία βασικών γνώσεων ασφάλειας της επικοινωνίας. Είναι προφανής η απουσία προστασίας όχι μόνο των επικοινωνιών αλλά και του ίδιου του θεσμού της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Κι εδώ είναι ίσως το μεγάλο ζήτημα που προκύπτει και θα έπρεπε να είναι ανάλογη και η ανάληψη της ευθύνης.