Αν και πολλοί παραμένουν δύσπιστοι, η κυρίαρχη εκτίμηση με βάση τις ενδείξεις αυτή τη στιγμή είναι πως ο Ντόναλντ Τραμπ όντως έχει αποφασίσει να αναβάλει ένα άμεσο χτύπημα κατά του Ιράν. Επισήμως, ο Αμερικανός Πρόεδρος αναφέρθηκε σε ενημέρωση, όπως είπε, βάσει της οποίας οι δολοφονίες διαδηλωτών έχουν σταματήσει και οι εκτελέσεις που είχαν προγραμματιστεί δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν.

Είναι, ωστόσο, αμφίβολο αν υπάρχει πράγματι τέτοια ενημέρωση και, ακόμη κι αν υπάρχει, πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι. Με τις διαδηλώσεις να έχουν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα και με την πρωτοφανή αγριότητα του καθεστώτος —η οποία έχει στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους— το να πιστέψει κανείς ότι οι δολοφονίες σταμάτησαν ή ότι θα μπορούσαν να σταματήσουν αιφνίδια μοιάζει όχι απλώς αφελές, αλλά σχεδόν κακόγουστο, αν αναλογιστεί κανείς την τραγικότητα της κατάστασης.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Ένα σενάριο θέλει τις διαρροές σε μέσα ενημέρωσης περί πιέσεων από τη Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ προς τον Λευκό Οίκο να αποφευχθεί ένα άμεσο χτύπημα —καθώς και τις ανάλογες αναφορές ότι και το Ισραήλ ζήτησε το ίδιο— να αποτελούν μέρος μιας τακτικής που έχουμε δει και στο παρελθόν: τη σκόπιμη θόλωση του τοπίου ενόψει στρατιωτικής ενέργειας. Και στο παρελθόν, αυτή η τακτική είχε αποδώσει.

Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια κίνηση από πλευράς των χωρών του Κόλπου, της Τουρκίας αλλά και του Ισραήλ έχει σαφή λογική βάση: την αποφυγή του λεγόμενου «Φαινομένου Ντόμινο» και της γενικευμένης διάχυσης της κρίσης στην περιοχή. Τα κράτη του Κόλπου φοβούνται —όπως και το Ισραήλ, αλλά και όλες οι χώρες της περιοχής— απρόοπτες εξελίξεις στις τιμές του πετρελαίου, καθώς και αντίποινα από το ιρανικό καθεστώς, είτε με πλήγματα εναντίον του Ισραήλ είτε με επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων εντός του εδάφους τους.

Το Ισραήλ, επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοήσει το υλικό και οικονομικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης: από ρουκέτες και πυραύλους, έως ασύμμετρο πόλεμο, με αιχμή τις μαζικές κυβερνοεπιθέσεις, τα χτυπήματα σε ισραηλινά συμφέροντα διεθνώς και την τρομοκρατία, στην οποία το Ιράν έχει μακρά εμπειρία.

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν υπέρ ενός πιο ψύχραιμου και προσεκτικά σχεδιασμένου χτυπήματος —ή, αλλιώς ειπωμένο, υπέρ της αποφυγής ενεργειών των οποίων τις συνέπειες το Ισραήλ δεν μπορεί να προβλέψει, πόσο μάλλον να ελέγξει. Πέρα από τις αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία του λόγω πιθανής αύξησης των τιμών του πετρελαίου, το Ισραήλ έχει ακόμη ανοιχτό το μέτωπο του Λιβάνου με τη Χεζμπολάχ, καθώς και εκείνο της Γάζας με τη Χαμάς. Γιατί να ρισκάρει τώρα, όταν θα μπορούσε να προγραμματίσει πολύ καλύτερα μια τέτοια κίνηση;

Ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι περισσότερες χώρες της περιοχής πιέζουν για αποκλιμάκωση, φοβούμενες έναν γενικευμένο πόλεμο και ένα σοβαρό οικονομικό σοκ, το Ισραήλ δεν θέλει να εμφανιστεί ως ο παράγοντας που «σπρώχνει» τη Μέση Ανατολή προς τη σύγκρουση, κόντρα τόσο στους κοντινούς όσο και στους πιο απομακρυσμένους γείτονές του.

Μιλάμε για χώρες που έχουν ήδη συνάψει ειρήνη με την Ιερουσαλήμ, αλλά και για άλλες που θα μπορούσαν θεωρητικά να ακολουθήσουν στο μέλλον. Μια πολεμική κλιμάκωση θα προκαλούσε επιπλέον τριβές, ακόμη και με κράτη που δεν είχαν —και δεν θέλουν να έχουν— καμία σχέση με το εβραϊκό κράτος. Άλλωστε, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες των τελευταίων ημερών είναι ότι Ισραήλ και Ιράν φέρονται να έχουν καταλήξει, ανεπίσημα, σε μια κατανόηση πως το Ισραήλ δεν θα χτυπήσει πρώτο. Πρόκειται, βέβαια, για πληροφορία που δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Κοντολογίς, είναι απολύτως πιθανό η χρονική στιγμή να μην είναι κατάλληλη για ένα χτύπημα —και αυτό να μην εξυπηρετεί τα συμφέροντα κανενός. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γίνεται πιο κατανοητό γιατί ο Άμος Γιαντλίν, πρώην επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ, δήλωσε σε σημερινή του συνέντευξη ότι ο κρίσιμος στόχος για το εβραϊκό κράτος είναι να αποτραπεί η επανεκκίνηση του πυρηνικού και του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν και όχι κατ’ ανάγκη η αλλαγή ή η ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη.

Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να ανατραπούν απόψε ή και αύριο από μια είδηση ότι τελικά οι Αμερικανοί προχώρησαν σε χτύπημα. Μέχρι τότε, όμως, ίσως θα έπρεπε —έστω για ένα λεπτό— να σκεφτεί κανείς την τραγική θέση των διαδηλωτών.