Το Κίνημα «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν» υπήρξε μια δυναμική αντικατοχική πορεία γυναικών η οποία ανέδειξε αφενός την ενότητα του αγώνα για απελευθέρωση από την τουρκική κατοχή και αφετέρου έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα για την επιτακτική ανάγκη εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τόπο μας.
Το Κίνημα, παρά τη μαζικότητά του στις δεκαετίες του 1970 και ‘80, αφού αποδυναμώθηκε -με κομματικές παρεμβάσεις- και τερμάτισε τη δράση του, ξεθώριασε σταδιακά από στη συλλογική μνήμη.
Στα χρόνια που ακολούθησαν οι αναφορές στην κατοχή αντικαταστάθηκαν από τη «διαίρεση» και η απελευθέρωση απαλείφθηκε για να πάρει τη θέση της η «επανένωση». Προωθήθηκε συστηματικά ο «δικοινοτισμός», όχι ως αγνή και αυθόρμητη επιδίωξη συμφιλίωσης του λαού της Κύπρου, αλλά ως όχημα προς την προωθούμενη διζωνικότητα η οποία και επικράτησε τελικά ως εθνική επιδίωξη για επίλυση του Κυπριακού.
Στο πλαίσιο αυτό επιδιώχθηκε η καλλιέργεια μιας κουλτούρας ισοπέδωσης των ιστορικών γεγονότων προς όφελος μιας τεχνητής «συμφιλίωσης». Και το γράφουμε αυτό, γιατί στις πορείες των γυναικών συμμετείχαν και Τουρκοκύπριες, οι οποίες έσμιξαν αυθόρμητα τις φωνές τους με το παλλαϊκό αίτημα της επιστροφής, χωρίς να χρειάζονται ενορχηστρωμένες πρωτοβουλίες «για την ειρήνη».
Η νεαρή Κύπρια σκηνοθέτιδα, Στέφανη Ανδρέου, εργάζεται σήμερα πάνω στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για το Κίνημα «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν». Στο πλαίσιο της έρευνάς της, η οποία περιλαμβάνει σειρά συνεντεύξεων, συλλογή δημοσιευμάτων και αρχειακού υλικού από πηγές της εποχής, έχει ανακτήσει ένα σπάνιο οπτικοακουστικό ντοκουμέντο από την πρώτη πορεία επιστροφής που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1975 στη Δερύνεια.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν καλή ιδέα να προβάλει αυτό το 20λεπτο ντοκουμέντο στον Υπαίθριο Κινηματογράφο Δερύνειας, εκεί δηλαδή όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, για συμβολικούς αλλά και ουσιαστικούς λόγους.
Η προβολή ήταν προγραμματισμένη για το Σάββατο 10 Ιανουαρίου, αλλά δύο μέρες πριν, τα Ηνωμένα Έθνη απαγόρευσαν την πραγματοποίησή της, με την εξήγηση, σύμφωνα με πληροφορίες μας, ότι δεν πρόκειται για δικοινοτική εκδήλωση, νουθετώντας τους διοργανωτές ότι «διανύουμε μία ευαίσθητη περίοδο για το Κυπριακό».
Τόσο «ευαίσθητη» που μάλλον δεν μπορεί να σηκώσει λέξεις όπως η «επιστροφή». Επιδεικνύει όμως μεγάλη ανθεκτικότητα στις προκλήσεις του κατοχικού στρατού και του παράνομου καθεστώτος στη λεγόμενη νεκρή ζώνη που ελέγχεται από τον ΟΗΕ.
Το κατοχικό καθεστώς που εκφοβίζει γεωργούς στις ακριτικές περιοχές, επιτίθεται στα ίδια τα οχήματα και τα μέλη της UNFICYP, κατασκευάζει δρόμους, γήπεδα και οχυρωματικά έργα στη λεγόμενη νεκρή ζώνη, παραβιάζοντας και επεκτείνοντας συστηματικά τον έλεγχό του επί του εδάφους, δεν απειλεί τη δικοινοτική συμφιλίωση όσο ένα ιστορικό ντοκουμέντο που προβάλλει μια ειρηνική πορεία που έγινε πριν από 52 χρόνια.
Οι αναφορές του σε «κατοχή» και «επιστροφή» απειλούν το αφήγημα της «διαίρεσης» και της «επανένωσης» που κατάφεραν να οικοδομήσουν με τόσο κόπο και τόσα έξοδα. Έχοντας επιτύχει να λογοκρίνουν το παρόν, με την πρόθυμη συμμετοχή του κομματικού κατεστημένου της κατεχόμενης Κυπριακής Δημοκρατίας, φαίνεται πως όσο περνάει από το χέρι τους δεν θα αφήσουν ήσυχο ούτε το παρελθόν.
Ελεύθερα, 18.01.2026