Η πρώτη μεγάλη δημοσκόπηση ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2026, που παρουσίασε ο Alpha Κύπρου και διενήργησε η RAI Consultants, δεν αποτυπώνει απλώς μια ρευστή εκλογική συγκυρία. Καταγράφει με σαφήνεια το τέλος μιας ολόκληρης πολιτικής περιόδου: της μεταπολιτευτικής κανονικότητας που διαμορφώθηκε μετά το 2004, το Δημοψήφισμα και συνακόλουθα την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρά τη μάχη στήθος με στήθος για την πρωτιά μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, το ουσιαστικό μήνυμα της δημοσκόπησης δεν βρίσκεται στην κορυφή, αλλά στο βάθος του πολιτικού συστήματος. Τα δύο ιστορικά μεγάλα κόμματα, που για δεκαετίες συγκέντρωναν μαζί ποσοστά άνω του 65%, εμφανίζονται σήμερα σωρευτικά αποδυναμωμένα κατά περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες το καθένα σε σχέση με τις εκλογές από το 2006 (ΑΚΕΛ 34,7% και ΔΗΣΥ 34%) και εντεύθεν. Η απώλεια αυτή δεν είναι συγκυριακή· είναι δομική και διαρκής. Η εικόνα ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ στην πρόθεση ψήφου επιβεβαιώνει ότι ο παραδοσιακός δικομματισμός επιβιώνει πλέον μόνο τυπικά, όχι πολιτικά. Η διαφορά της μιας ποσοστιαίας μονάδας υπέρ του ΔΗΣΥ δεν συνιστά ηγεμονία, αλλά εύθραυστη ισορροπία. Και τα δύο κόμματα διατηρούν σκληρούς πυρήνες, αλλά δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να πείσουν κοινωνικές ομάδες εκτός της παραδοσιακής τους βάσης. Το ΑΚΕΛ, εκτιμώ ότι πληρώνει ακόμα το ΟΧΙ που είπε στο Δημοψήφισμα, στο οποίο το έσυραν οι Χριστόφιας και Κατσουρίδης. Ένα ΟΧΙ που ναρκοθέτησε μια λύση που θα απεγκλώβιζε την Κύπρο από την κατοχή αντί να την οδηγεί -όπως αποδεικνύεται, στο βάραθρο της διχοτόμησης. Η διολίσθηση οφείλεται στο ότι για εκείνο το ΟΧΙ το κόμμα δεν απολογήθηκε ποτέ και καθόλου. Ακόμα για τη διακυβέρνηση Χριστόφια και τα λάθη που έγιναν στην οικονομία και τη νάρκη που πάτησε στο Μαρί και πάλι ουδέν ελέχθη από την Εζεκία Παπαϊωάννου. Ούτε η νεότερη γενιά των ηγετών του Κόμματος, τόλμησε να προχωρήσει σε μια κομματική αυτοκριτική και να αποτινάξει από τους ώμους του κόμματος τον εθνικισμό που το ταλάνιζε βασανιστικά σαν κρυμμένο τραύμα. Το άφησε ανέγγιχτο, ως εάν η λήθη σβήνει γιατρεύει με το χρόνο χαίνουσες πληγές στη συλλογική μνήμη.
Στο ΔΗΣΥ, όσο καιρό ζούσε ο Γλαύκος Κληρίδης, όλοι οι «αμαρτωλοί» του κόμματος επικαλούνταν το όνομα του, έπαιρναν λαδάκι και σταυρώνονταν και την πατρίδα ουκ ελάττω παρέδιδαν αν και ο Αναστασιάδης «μάσησε» τον Κασουλίδη και ανέβηκε στο θρόνο της Πινδάρου. Από κει και πέρα ο ΔΗΣΥ έγινε φέουδο του ενός και το κράτος κρεατομηχανή του ενός και της κουστωδίας του, με τα χρυσά διαβατήρια, και την αλυσίδα των σκανδάλων που δεμένη στο λαιμό της Κύπρου την τραβά ακόμα στο βυθό του βούρκου της διαφθοράς… Το είπε πολύ εύστοχα και ο Μιχάλης Παπαπέτρου στον επικήδειο για τον Γιώργο Βασιλείου (17.01.2026). «Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μας αφήνει ο Γιώργος Βασιλείου. Σήμερα που η χώρα μας αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες με τα βίντεο της υπόσκαψης και της διαπλοκής. Σήμερα που η επανένωση μοιάζει περισσότερο με σύνθημα και ουτοπία, παρά με πολιτική στρατηγική. Σήμερα που η Κύπρος, παρά την οικονομική ανάπτυξη, δεν εμπνέει τα παιδιά της και παραμένει αιχμάλωτη στον λαϊκισμό, έχουμε περίσσιους λόγους να νοσταλγούμε την Προεδρία του Γιώργου Βασιλείου. Την Προεδρία που άνοιξε τις λεωφόρους της πανεπιστημιακής παιδείας στην Κύπρο. Την Προεδρία της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, της καθιέρωσης της πολυφωνίας στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Για πολλούς της καλύτερης Προεδρίας στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας.».
Έτσι στη δημοσκόπηση που παρουσίασε ο Alpha, το κρίσιμο εύρημα είναι το γεγονός ότι το 34% των πολιτών δηλώνει απογοητευμένο από το κόμμα που ψήφισε το 2021 και προτίθεται να αλλάξει επιλογή. Πρόκειται για μαζική ρευστοποίηση πολιτικής πίστης, χωρίς ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη κυπριακή πολιτική ζωή. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου. Το ΔΗΚΟ, άλλοτε ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων, μετατοπίζεται στην έκτη θέση, καταγράφοντας απώλειες της τάξης του 9-10%. Η ΔΗΠΑ κινείται σε οριακά χαμηλά ποσοστά, ενώ η ΕΔΕΚ βρίσκεται πλέον σε κατάσταση πολιτικής αποσύνθεσης. Η περίπτωση της ΕΔΕΚ δεν είναι απλώς εκλογική. Είναι ιστορική. Ένα κόμμα που ιδρύθηκε το 1967 ως έκφραση δημοκρατικού σοσιαλισμού και πατριωτικής Αριστεράς, εμφανίζεται σήμερα να διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Η ηγεσία Σιζόπουλου, σε συνδυασμό με την αποκήρυξη της λύσης της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, οδήγησε σε ιδεολογική απονεύρωση και πολιτική αποξένωση ιστορικών ακροατηρίων. Η δημοσκόπηση καταγράφει το αναπόφευκτο αποτέλεσμα: ο ενδιάμεσος χώρος, όπως τον γνωρίσαμε, παύει να λειτουργεί ως αυτόνομος πόλος.
Η κατάρρευση των κομμάτων που στήριξαν τη διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την εικόνα του ίδιου του Προέδρου. Το 25% δηλώνει καθόλου ικανοποιημένο από τη συνολική διακυβέρνηση και το 37% «όχι και τόσο ικανοποιημένο». Πρόκειται για ποσοστό αποδοκιμασίας που προσεγγίζει τα δύο τρίτα. Αν και στην εξωτερική πολιτική ο Πρόεδρος διατηρεί καλύτερη εικόνα – με 50% να δηλώνει αρκετά ή πολύ ικανοποιημένο – η εσωτερική διακυβέρνηση φαίνεται να αποτελεί αχίλλειο πτέρνα. Η επιλογή μιας υπερκομματικής Προεδρίας, χωρίς σαφή πολιτικό στίγμα και χωρίς συνεκτικό κυβερνητικό αφήγημα, παράγει πλέον πολιτικό κόστος.
Η δημοσκόπηση αφήνει μια βαριά σκιά ήττας πάνω από το Προεδρικό: όταν τα κόμματα που σε στηρίζουν καταποντίζονται, η φθορά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ίδια τη διακυβέρνηση. Μέσα στο κενό αυτό, το ΕΛΑΜ «κλειδώνει» την τρίτη θέση και εδραιώνεται ως βασικός παίκτης του πολιτικού συστήματος. Η άνοδος αυτή δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως συγκυριακή διαμαρτυρία. Συνιστά κανονικοποίηση της ακροδεξιάς, σε ένα περιβάλλον απαξίωσης των θεσμών, κρίσης εμπιστοσύνης και κοινωνικής ανασφάλειας.
Η επιτυχία του ΕΛΑΜ λειτουργεί ως καθρέφτης αποτυχίας για το σύνολο του πολιτικού συστήματος — και ιδίως για τα κόμματα που εγκατέλειψαν τη συστηματική πολιτική αντιπαράθεση και υποκατέστησαν το πρόγραμμα με επικοινωνιακή διαχείριση. Την ίδια στιγμή, η δημοσκόπηση καταγράφει κάτι εξίσου σημαντικό: η αποσύνθεση δεν οδηγεί μόνο προς τα δεξιά. Το αριστερόστροφο Volt φαίνεται να εξασφαλίζει είσοδο στη Βουλή, εκφράζοντας μια ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική και νεανική πολιτική ταυτότητα.
Παράλληλα, η δυναμική είσοδος του Άλματος του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και της Άμεσης Δημοκρατίας του Φειδία Παναγιώτου αποτυπώνει δύο διαφορετικές όψεις της αντισυστημικής ψήφου: τη θεσμική, βασισμένη στη ρητορική κατά της διαφθοράς, και τη ψηφιακή, προσωποκεντρική και αποϊδεολογικοποιημένη. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολυκερματισμένο Κοινοβούλιο, χωρίς σταθερούς άξονες και χωρίς εύκολες πλειοψηφίες. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εύρημα για τον ρόλο των κοινωνικών δικτύων.
Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ενημερώνεται μέσω Facebook, ενώ τα νέα κόμματα – και ειδικά η Άμεση Δημοκρατία – εμφανίζονται ιδιαίτερα ενεργά. Η πολιτική μετατοπίζεται από τις παραδοσιακές δομές προς άμεσες, μη διαμεσολαβημένες μορφές επικοινωνίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα της δημοκρατίας. Η δημοσκόπηση του Alpha δεν προβλέπει το αποτέλεσμα των εκλογών. Καταγράφει όμως με ακρίβεια μια ιστορική μετάβαση: το τέλος του δικομματικού-ενδιάμεσου μοντέλου και την είσοδο σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Σε αυτό το τοπίο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα έρθει πρώτος, αλλά ποιος μπορεί να αρθρώσει πειστικό πολιτικό σχέδιο για μια κοινωνία που δηλώνει σε ποσοστό 87% δυσαρεστημένη από τα κόμματα. Μέχρι στιγμής, η δημοσκόπηση δείχνει ότι η απάντηση παραμένει ανοιχτή και ανησυχητική. Τέλος, μια πρόβλεψη που ενδεχομένως να είναι παρακινδυνευμένη αλλά και πολύ πιθανή είναι ότι στον κόσμο του Τραμπ , στις μεθεπόμενες εκλογές ίσως τα κόμματα όπως τα ξέρουμε τώρα, να μην υπάρχουν…