Τον τίτλο αυτό διάλεξε πριν είκοσι χρόνια ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος για ένα βιβλίο του με συνομιλίες που είχε ως δημοσιογράφος με ανθρώπους που έμοιαζαν μέρος ενός κόσμου που είχε παρέλθει.

Ο τίτλος αυτός ταιριάζει απόλυτα στην ομιλία που εκφώνησε στο Νταβός ο Καναδός πρωθυπουργός την περασμένη βδομάδα. «Ξέρουμε, είπε ξεκάθαρα, ότι η παλιά τάξη δεν θα επιστρέψει. Δεν πρέπει να τη θρηνούμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Πιστεύουμε όμως ότι μέσα από τη ρωγμή μπορούμε να χτίσουμε κάτι μεγαλύτερο, καλύτερο, ισχυρότερο και δικαιότερο».

Δικαίως η ομιλία του Μαρκ Κάρνι, έγινε παγκόσμια είδηση και χαρακτηρίζεται πλέον ως ιστορική. Σε ένα κόσμο τόσο ταραγμένο βρέθηκε ένας άνθρωπος -πολιτικός, όχι διανοούμενος- να τον περιγράψει με απόλυτη συγκρότηση σκέψης, ρεαλιστικά, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς την προσπάθεια καλλιέργειας ψευδαισθήσεων και κυρίως χωρίς να κηρύττει το τέλος του κόσμου αλλά προτείνοντας.

Προτείνοντας να δούμε την πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται, να παραδεχτούμε που βρισκόμαστε και να αντιδράσουμε με συνεργασία.

«Αυτό είναι το καθήκον των μεσαίων δυνάμεων, των χωρών που έχουν τα περισσότερα να χάσουν από έναν κόσμο φρουρίων και τα περισσότερα να κερδίσουν από τη γνήσια συνεργασία. Οι ισχυροί έχουν την ισχύ τους. Αλλά κι εμείς έχουμε κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να ονομάζουμε τις πραγματικότητες, να χτίζουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δρούμε μαζί», τόνισε καλώντας τις χώρες μεσαίας δυναμικής, όπως ο Καναδάς, να αναπτύξουν κοινό μέτωπο συνεργασίας.

Ο Μαρκ Κάρνι, οικονομολόγος προερχόμενος από τον τραπεζικό τομέα, άρχισε την ομιλία του με ένα ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο κάνοντας επίκληση στον τρόπο που ο Βάτσλαβ Χάβελ περιέγραφε, στο δοκίμιο του «Η δύναμη των αδυνάμων», το πως κατάφερε το κομμουνιστικό καθεστώς να επιβιώνει για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.

Ο Χάβελ, τελευταίος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας πριν τη διάλυση της, έγραψε για ένα μανάβη ο οποίος κάθε πρωί αναρτούσε στη βιτρίνα του καταστήματος του μια πινακίδα με την επιγραφή “Εργάτες όλων των χωρών, ενωθείτε”.

Δεν το πίστευε, αλλά το έκανε για να ικανοποιεί το καθεστώς και να αποφεύγει προβλήματα. Το ίδιο έκαναν όλοι. «Και επειδή κάθε μανάβης σε κάθε δρόμο κάνει το ίδιο, το σύστημα επιβιώνει — όχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που ιδιωτικά γνωρίζουν πως είναι ψευδείς.

Ο Χάβελ το ονόμασε αυτό “ζωή μέσα στο ψέμα”. Η δύναμη του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό. Και η ευθραυστότητά του πηγάζει από την ίδια ακριβώς πηγή. Όταν έστω και ένας άνθρωπος σταματήσει να συμμετέχει, όταν ο μανάβης κατεβάσει την πινακίδα, η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει».

Ψευδαίσθηση ήταν κι αυτό που ζούσαμε, ωστόσο είχε βρεθεί μια φόρμουλα, μια διεθνής τάξη πραγμάτων, που εν πολλοίς λειτουργούσε. «Γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής· ότι οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε· ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα· και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορούμενου ή του θύματος.

Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη. Και ειδικότερα η αμερικανική ηγεμονία συνέβαλε στην παροχή δημόσιων αγαθών: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και πλαίσια επίλυσης διαφορών. Έτσι, βάλαμε την πινακίδα στο παράθυρο».

Σήμερα όμως θα πρέπει να βγάλουμε την πινακίδα γιατί δεν μπορείς να “ζεις μέσα στο ψέμα” της αμοιβαίας ωφέλειας μέσω της ολοκλήρωσης, όταν η ολοκλήρωση γίνεται η πηγή της υποταγής σου, όπως επεσήμανε ο Καναδός πρωθυπουργός.

Ο κόσμος λοιπόν βρίσκεται ξανά σε ένα σταυροδρόμι και αντί να βαράμε παλαμάκια στον ισχυρό για να τα πηγαίνουμε καλά μαζί του, θα πρέπει να αντιδράσουμε και να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε ένα νέο κόσμο καλύτερο από τον προηγούμενο.

Υπάρχει ελπίδα;

Ελεύθερα, 01.02.2026