Η τριμερής συνάντηση της 28ης Ιανουαρίου 2026, υπό την αιγίδα της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, δεν αποτέλεσε βήμα επανεκκίνησης της διαδικασίας του Κυπριακού. Υπήρξε, αντιθέτως, ένα άλμα στον εκτροχιασμό της. Όχι λόγω κάποιας αιφνίδιας κρίσης, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μεθοδικής, υπολογισμένης και πλέον διαφανώς συνειδητής πολιτικής καθυστέρησης, την οποία ακολουθεί η ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον Νίκο Χριστοδουλίδη.

Η εικόνα ήταν αποκαλυπτική: διάσπαρτες εισηγήσεις, απουσία σαφούς άξονα, ανακύκλωση παλαιών «προτάσεων» και μια νέα εφεύρεση – πρόταση πέντε σημείων – που δεν στοχεύει στην υπέρβαση των αδιεξόδων, αλλά στην αναστολή κάθε πραγματικής απόφασης. Η διαδικασία δεν κινήθηκε ούτε χιλιοστό προς τα εμπρός· αντίθετα, απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από το σημείο στο οποίο είχε φτάσει το 2017 στο Κραν Μοντανά.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσήλθε στην τριμερή με πρόταση «επαναβεβαίωσης» της βάσης λύσης, καταγραφής των συγκλίσεων μέχρι το Κραν Μοντανά και επανατοποθέτησής τους στο τραπέζι, εννέα ολόκληρα χρόνια μετά. Πρόκειται για πολιτική πρόταση χωρίς προηγούμενο: οι συγκλίσεις αυτές είναι καταγραμμένες, είναι επιβεβαιωμένες και έχουν σφραγιστεί από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα των ΗΕ, τόσο στην Έκθεσή του μετά το Κραν Μοντανά (2017) όσο και στο έγγραφο του Βερολίνου (2019).

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι γιατί να καταγραφούν ξανά. Το ερώτημα είναι: γιατί ζητείται η επαναβεβαίωσή τους τώρα; Και η απάντηση είναι πολιτικά δυσάρεστη αλλά σαφής: διότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι η επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, αλλά η παράταση της “προσπάθειας” μέχρι τη λήξη της δεύτερης θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες, στο τέλος του 2026. Μαζί του θα αποχωρήσει και η Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Και μαζί τους θα κλείσει – ίσως οριστικά – το παράθυρο που άνοιξε το 2017.

Η βάση για την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης υπάρχει και είναι μία: το Πλαίσιο του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ της 30ής Ιουνίου 2017. Εκεί βρίσκονται τα θεμέλια για το «τελευταίο μίλι». Όχι σε νέες λίστες, όχι σε επαναβεβαιώσεις, όχι σε διακηρύξεις προθέσεων.

Το Πλαίσιο Γκουτέρες είναι συγκεκριμένο:

Ασφάλεια: Τερματισμός του μονομερούς επεμβατικού δικαιώματος και κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεως, με αντικατάστασή της από διεθνές σχήμα ασφάλειας.

Στρατεύματα: Δραστική μείωση από την πρώτη ημέρα και χρονοδιάγραμμα επιστροφής στα επίπεδα του 1960.

Εδαφικό: Τροποποίηση του χάρτη της τ/κ πλευράς με αναφορά στη Μόρφου.

Τίποτα από αυτά δεν περιλαμβανόταν ουσιαστικά στις χθεσινές εισηγήσεις του Προέδρου. Αντιθέτως, η πρόταση των πέντε σημείων μετατοπίζει τη συζήτηση σε προ-2017 επίπεδα, παρακάμπτοντας ακριβώς τα κεφάλαια που αφορούν τις ευθύνες της Τουρκίας: κατοχή, εγγυήσεις, στρατεύματα, εδαφικές αναπροσαρμογές.

Αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή.

Από το «ένα βήμα πριν» στο χείλος του γκρεμού

Ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των ΗΕ κατέγραψε ότι στο Κραν Μοντανά τα μέρη «έφτασαν κοντά στο να καταλήξουν σε στρατηγική κατανόηση στα βασικά στοιχεία μιας συνολικής διευθέτησης». Ο τότε Ειδικός Σύμβουλός του, Έσπεν Μπαρθ Έιντε, μίλησε ξεκάθαρα για δυνατότητα συνολικού πακέτου, με ένα από τα κεντρικά του στοιχεία το τέλος των εγγυήσεων. Η πορεία από τότε μέχρι σήμερα είναι ξεκάθαρη. Από το ένα βήμα πριν τη λύση, στο ένα βήμα πριν τον συνολικό εκτροχιασμό. Και οι πρωταγωνιστές αυτής της πορείας δεν είναι αφηρημένες «συγκυρίες» ή «διεθνείς συνθήκες», αλλά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.

Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν υπήρξε απολύτως σαφής. Χωρίς πρόοδο στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, δεν υπάρχει έδαφος για διευρυμένη διάσκεψη. Χωρίς αποτελέσματα, δεν υπάρχει λόγος να εισηγηθεί πενταμερή στον Γενικό Γραμματέα. Η μπάλα βρίσκεται στα πόδια των ηγετών.

Η εκκωφαντική σιωπή των κομμάτων: Απέναντι σε αυτή την πολιτική κωλυσιεργίας, ένα ερώτημα γίνεται όλο και πιο πιεστικό: πού βρίσκονται τα πολιτικά κόμματα που διακηρύσσουν, σε κάθε ευκαιρία, ότι στηρίζουν τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία; Πού είναι εκείνες οι δυνάμεις που, στα λόγια, αναγνωρίζουν τη ΔΔΟ ως τη μόνη ρεαλιστική βάση λύσης, αλλά στην πράξη παρακολουθούν σιωπηλά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να απομακρύνει συστηματικά την προοπτική της; Η σιωπή τους δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική στάση. Και όσο παρατείνεται, μετατρέπεται σε συνενοχή. Τα κόμματα γνωρίζουν. Δεν μπορεί να μην γνωρίζουν. Γνωρίζουν ότι οι συγκλίσεις δεν χρειάζονται «επαναβεβαίωση». Γνωρίζουν ότι το Πλαίσιο Γκουτέρες αποτελεί τη μοναδική διεθνώς αποδεκτή γέφυρα προς λύση. Γνωρίζουν ότι η μετατόπιση της συζήτησης σε αόριστες διαδικασίες και νέες λίστες σημείων δεν είναι αθώα τεχνική επιλογή, αλλά συνειδητή πολιτική απόφαση αναβολής. Κι όμως, επιλέγουν να μην το πουν καθαρά. Αντί για καταγγελία, επιλέγουν τη διαχείριση. Αντί για πολιτική σύγκρουση, επιλέγουν την ισορροπία. Αντί να ονοματίσουν τον εκτροχιασμό, προτιμούν να μιλούν γενικά για «ανάγκη επανέναρξης των συνομιλιών», λες και το πρόβλημα είναι έλλειψη καλών προθέσεων και όχι έλλειψη πολιτικής βούλησης από την Προεδρία. Αυτή η στάση, όμως, έχει κόστος. Διότι όσο τα κόμματα αποφεύγουν να συγκρουστούν με την προεδρική πολιτική στο Κυπριακό, τόσο εδραιώνεται διεθνώς η εικόνα ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν επείγεται. Ότι αποδέχεται τη στασιμότητα. Ότι έχει συμβιβαστεί με τη διαχείριση του στάτους κβο. Και το στάτους κβο, όπως όλοι γνωρίζουν, δεν είναι στατικό. Είναι δυναμικά υπέρ της διχοτόμησης. Η επίκληση της «ενότητας στο εσωτερικό» δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι σιωπής. Η ενότητα δεν επιτυγχάνεται με τη συγκάλυψη στρατηγικών λαθών, αλλά με τη δημόσια αντιπαράθεση πάνω σε καθαρές πολιτικές γραμμές. Όταν ο Πρόεδρος οδηγεί τη χώρα προς το βάραθρο της οριστικής απώλειας της λύσης, η ευθύνη των κομμάτων δεν είναι να σιωπούν ευγενικά, αλλά να μιλούν καθαρά.

Διότι στο Κυπριακό, η σιωπή δεν είναι απλώς αδράνεια. Είναι επιλογή πλευράς. Και κάθε μέρα που περνά χωρίς πολιτική αντίδραση, ο εκτροχιασμός παγιώνεται.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην ατζέντα της τριμερούς τέθηκε ρητά η «μεθοδολογία» και τα τέσσερα σημεία που κατέθεσε ο Τουφάν Έρχιουρμαν. Η Γραμματεία των ΗΕ προφανώς τα έκρινε επαρκώς συγκεκριμένα ώστε να αποτελέσουν βάση συζήτησης. Αντιθέτως, η ελληνοκυπριακή πλευρά επέλεξε και πάλι τη γενικότητα. Ο Τουφάν Έρχιουρμαν υπήρξε εξίσου σαφής: χωρίς πολιτική ισότητα δεν υπάρχει λύση. Όχι διαπραγματεύσεις για χάρη των διαπραγματεύσεων, όχι άλλο ένα τραπέζι που θα γεννήσει απογοήτευση. Η πολιτική ισότητα δεν είναι ρητορικό σχήμα· είναι θεμέλιο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, όπως ορίζεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η επιμονή της ελληνοκυπριακής ηγεσίας να παρουσιάζει το ζήτημα ως «λήξαν» μέσω ανακοινωθέντων, την ώρα που αποφεύγει να το ενσωματώσει ουσιαστικά στη διακυβέρνηση, αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: την άρνηση ανάληψης πολιτικού κόστους. Η διπλωματία της υπεκφυγής τελείωσε: η δήλωση ότι «είμαστε έτοιμοι για διευρυμένη συνάντηση ακόμη και αύριο» ακούγεται εντυπωσιακή, αλλά είναι πολιτικά κενή. Τα ΗΕ δεν αναζητούν δηλώσεις ετοιμότητας, αλλά δείγματα βούλησης. Και αυτά μετρώνται στα απλά: μπορείς να ανοίξεις ένα οδόφραγμα; Μπορείς να συμφωνήσεις σε ένα ΜΟΕ; Αν δεν μπορείς στα στοιχειώδη, πώς πείθεις ότι ενδιαφέρεσαι για τα ουσιώδη; Η διπλωματία της υπεκφυγής δεν υπάρχει πια. Την πάτησε η πτήση Κραν Μοντανά – Λάρνακα. Το ερώτημα που απομένει δεν είναι αν θα υπάρξει εκτροχιασμός, αλλά αν θα υπάρξει έστω την ύστατη στιγμή πολιτικό θάρρος για να αποτραπεί. Και ο χρόνος, αυτή τη φορά, δεν είναι απεριόριστος. Ο Οκτώβρης πλησιάζει. Και μαζί του το τέλος μιας εποχής για τα Ηνωμένα Έθνη – και ίσως για το Κυπριακό όπως το γνωρίσαμε.

paraschos.andreas@gmail.com