Δεν πρόλαβε ακόμα η κυρία Μαρία να ξοδέψει τα λιγοστά χρήματα της σύνταξής της, αυτήν που ήταν μια από τις τελευταίες μέρες του μήνα και αυτό προφανώς το έλαβε υπόψη του ο νεαρός χρήστης που μπούκαρε νυχτιάτικα στο μικρό προσφυγικό της σπίτι γνωρίζοντας προφανώς ότι ζει μόνη της στον συνοικισμό.
Της ζήτησε χρήματα αφού προηγουμένως κατέβασε τον ηλεκτρικό διακόπτη για να κάνει τη δουλειά του ευκολότερη, αιφνιδιάζοντας το θύμα μέσα στο ξαφνικό κι εκφοβιστικό σκοτάδι. Όμως, όπως μου είπαν συγγενείς της –που για δικούς τους λόγους δεν κατάγγειλαν το περιστατικό στην Αστυνομία– αιφνιδιάστηκε ο ίδιος από την αντίδραση και τις φωνές της και εγκατέλειψε …άπρακτος το μέρος και το θύμα του και εξαφανίστηκε. Μετά από αυτό, τα παιδιά της διευθέτησαν ώστε να διαμένει πλέον μαζί τους στην πόλη.
Η γυναίκα δεν έχει οποιοδήποτε τραύμα, όμως, κάποια σημάδια θα μείνουν αλλού, έτσι δεν είναι; Εκεί όπου η κυρία Μαρία έχει ήδη άλλα παλιά σημάδια από παλιές απώλειες, από παλιές απογοητεύσεις και αποχωρισμούς που συνέβησαν πριν μισό αιώνα όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της στην περιοχή της Κερύνειας.
Αμέτρητα χρόνια, πριν συνταξιοδοτηθεί, στεκόταν καθημερινά από τα ξημερώματα ή λίγο πριν νυχτώσει στις στάσεις των λεωφορείων με τη φθαρμένη τσάντα της στα χέρια. Είναι μια από τις γυναικείες φιγούρες που δεν γυρίζουμε να τις δούμε δεύτερη φορά. Αυτές που προσπερνούμε στον δρόμο, καθώς προχωρούν σκυφτές με κλειστά αδιαπέραστα πρόσωπα το πρωί για το μεροκάματο και το απόγευμα στην επιστροφή στον συνοικισμό.
Σίγουρα δεν έχουν αστραφτερά χαμόγελα, ούτε μεγάλες ή μικρές φιλοδοξίες. Κανέναν δεν ενδιαφέρουν, ελάχιστοι θα κλάψουν γι’ αυτές ειλικρινά – τα παιδιά τους που μεγάλωσαν με την αιώνια απουσία τους στην καθημερινή βιοπάλη, οι σύζυγοί τους, αν υπάρχουν και που σε κάποιες περιπτώσεις έχουν πάψει από καιρό να νοιάζονται γι’ αυτές. Μερικές διατηρούν ακόμα τα ίχνη μιας παλιάς ομορφιάς που έχει χαθεί μέσα στις νυχτερινές βάρδιες και μέσα στο βουητό των εργοστασιακών μηχανών.
Αυτή η είδηση για την κυρία Μαρία που δεν έγινε …είδηση, εμπεριέχει νομίζω ένα αδιαπέραστο στρώμα πόνου που σκεπάζει τη θλίψη των ανθρώπων σε μικρά προσφυγικά σπίτια σε συνοικισμούς αυτοστέγασης και σε άλλους συνοικισμούς – τη θλίψη μοναχικών ηλικιωμένων γονιών που ζουν χωριστά από τα παιδιά τους πολλά τέτοια βράδια Παρασκευής και Σαββάτου και Κυριακής. Είναι οι κοινωνικά «ταυτοποιημένες» υπάκουες μανάδες και γιαγιάδες, οι σεμνές και συγκρατημένες γυναίκες που έζησαν μέσα στα πολλά «απαγορεύεται» με τα οποία άλλοι καθόρισαν τη ζωή τους….