Η φράση «πήραμε το μήνυμα της ετυμηγορίας του λαού» έχει καταντήσει μπανάλ, ένα από τα πιο κούφια και υποκριτικά κλισέ της μετεκλογικής πολιτικής ρητορικής. Τη χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά όσοι μόλις έχουν δει τα ποσοστά τους να κατρακυλούν. Οι ηγεσίες που αποδοκιμάστηκαν, οι μηχανισμοί που απέτυχαν. Και τη χρησιμοποιούν όχι ως πράξη αυτογνωσίας, αλλά ως μηχανισμό άμυνας, ως λεκτικό σωσίβιο για να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν την ουσιαστική ευθύνη.
Το πρόβλημα δεν είναι η φράση αυτή καθαυτή. Το πρόβλημα είναι ότι λέγεται χωρίς να εννοείται. Γιατί αν πράγματι είχαν «πάρει το μήνυμα», δεν θα επαναλάμβαναν τα ίδια λάθη, δεν θα ανακύκλωναν τα ίδια πρόσωπα, δεν θα αναπαρήγαγαν τον ίδιο λόγο που τους οδήγησε στην ήττα. Η επίκληση του «μηνύματος του λαού» λειτουργεί ως τελετουργικό εξαγνισμού, όχι ως αρχή αλλαγής.
Γι’ αυτό, «μην μας πείτε αύριο, πάλι, μετά το πατατράκ, ότι πήρατε τα μηνύματα». Διότι τα μηνύματα δεν είναι sms που μπορείς να τα διαβάζεις ξανά και ξανά μέχρι να προσδώσεις την ερμηνεία που βολεύει. Τα μηνύματα της κοινωνίας είναι στιγμιαία, βίαια και αμετάκλητα. Έρχονται μία φορά, με τη μορφή της κάλπης, και όποιος δεν τα καταλάβει τότε, απλώς αποκαλύπτει ότι δεν είχε ποτέ επαφή με την πραγματικότητα.
Οι εποχές έχουν αλλάξει και η ωμή αλήθεια είναι πως πολλοί δεν έχουν «χαμπάρι». Δεν αντιλαμβάνονται ακόμη τη βαθιά αποσύνδεσή τους από την κοινωνία, ούτε τη συσσωρευμένη οργή, απογοήτευση και κυνισμό που προκαλούν. Νομίζουν ότι η πολιτική είναι επικοινωνία, ποσοστά, αφηγήματα και διαχείριση εικόνας. Δεν καταλαβαίνουν ότι για τον πολίτη είναι βιωμένη εμπειρία: Ακρίβεια, ανασφάλεια, αδικία, αίσθηση εγκατάλειψης. Όταν αυτά αγνοούνται, η κάλπη δεν στέλνει «μήνυμα», στέλνει καταδίκη.
Η κατάρρευση κομμάτων από το 30–35% στο 20%, από το 15% στο 5%, ή ο πλήρης αφανισμός σχημάτων του 5–10%, δεν είναι απλή εκλογική διακύμανση. Είναι πολιτικός σεισμός. Είναι ψήφος αποδοκιμασίας, όχι μόνο για συγκεκριμένες πολιτικές, αλλά για ολόκληρη τη νοοτροπία εξουσίας. Είναι απόρριψη αλαζονείας, αντίληψης και σιωπηρή τιμωρία στην υποτίμηση της νοημοσύνης του λαού.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Η αδυναμία των κομμάτων να δουν ότι το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τους «άλλους». Όταν η κοινωνία τιμωρεί τόσο σκληρά, κόμματα που κάποτε θεωρούνταν κυρίαρχα ή «ιστορικά», το μήνυμα είναι σαφές: Κανείς δεν είναι ασφαλής. Έρχεται και η δική σας σειρά. Όχι από εκδίκηση, αλλά από κόπωση. Όχι από ιδεολογία, αλλά από απώλεια εμπιστοσύνης.
Η απαίτηση «φανείτε έστω και μια φορά ειλικρινείς, πριν τον αφανισμό σας» δεν είναι προσβλητική. Είναι πολιτικά ώριμη. Η ειλικρίνεια, όμως, δεν εξαντλείται σε δηλώσεις τύπου «κάναμε λάθη». Σημαίνει παραδοχή αποτυχίας, απομάκρυνση προσώπων, αλλαγή πρακτικών και κυρίως σιωπή για λίγο, ώστε να ακουστεί η κοινωνία.
Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η επανάληψη της φράσης «πήραμε το μήνυμα» δεν είναι απλώς ανούσια. Είναι πρόκληση. Και η κοινωνία έχει αποδείξει ότι, αργά ή γρήγορα, απαντά. Όχι με λόγια, αλλά με αριθμούς. Και αυτοί οι αριθμοί, όταν μιλούν, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας.