Η εσπευσμένη αυριανή μετάβαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου στις ΗΠΑ ξάφνιασε αλλά και πυροδότησε, όπως ήταν αναμενόμενο, σενάρια περί πλήγματος εναντίον του Ιράν – ενωρίτερα απ’ ό,τι θα μπορούσε να αναμένεται υπό τις παρούσες συνθήκες.
Ιδιαιτέρως ενισχυτικό αυτών των εκτιμήσεων – όχι πληροφοριών προς το παρόν, και αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί – είναι το γεγονός ότι τον Ισραηλινό ηγέτη συνοδεύει στις ΗΠΑ ο υποστράτηγος Όμερ Τίσλερ, ο νέος Διοικητής της Αεράμυνας του Ισραήλ. Ο Τίσλερ διαθέτει τεράστια εμπειρία τόσο ως πιλότος μαχητικών όσο και ως διοικητής αεροπορικών βάσεων, μεταξύ αυτών και της βάσης Νεβατίμ (των F-35), της Σχολής Πτήσεων, ενώ υπήρξε και επικεφαλής των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Η παρουσία του ερμηνεύεται ως ένδειξη άμεσης προετοιμασίας, από πλευράς Ισραήλ, για ένα πολυεπίπεδο σύστημα το οποίο, παράλληλα με τον συντονισμό όλων των εντός του Ισραήλ συνιστωσών, θα πρέπει να κινηθεί σε μια λογική διαλειτουργικότητας με τους Αμερικανούς.
Εάν, λοιπόν, το ζητούμενο είναι ο επικεφαλής να μπορεί να σχεδιάζει, να συντονίζει και να διαχειρίζεται ολόκληρο το σύστημα και, παράλληλα, να είναι σε θέση να ελέγξει κύματα βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise αλλά και drones – κύματα μάλιστα πολύ μαζικότερα από τα περσινά – τότε αυτό προϋποθέτει μια ολοκληρωμένη αεράμυνα (Arrow, David’s Sling, Iron Dome, συν το THAAD των ΗΠΑ κ.ά.).
Η παρουσία του Τίσλερ στην Ουάσινγκτον έχει όμως και σαφή συμβολική διάσταση: ακριβώς με βάση τα παραπάνω, στέλνει στην Τεχεράνη το μήνυμα ότι η Ιερουσαλήμ προετοιμάζεται, δεν μπλοφάρει και ότι – είτε ισχύει είτε όχι το σενάριο ακόμη και μονομερούς επίθεσης του Ισραήλ εναντίον του Ιράν – το Ισραήλ είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή για την αναμέτρηση. Εδώ, το μήνυμα αυτό συνδυάζεται και με την αυξανόμενη παρουσία ανώτερων στρατιωτικών των ΗΠΑ στις συνομιλίες στο Ομάν.
Στην ισραηλινή πρωτεύουσα υπάρχει πάντως μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι, μετά και τα απογοητευτικά αποτελέσματα των συνομιλιών, αλλά και τα καθημερινά, δημόσια ρεσιτάλ αδιαλλαξίας του καθεστώτος των μουλάδων, η υπομονή της Ουάσινγκτον εξαντλείται. Πέραν τούτου, πρακτικά δεν διαφαίνεται κανένα περιθώριο συμφωνίας. Παράλληλα, στην Ιερουσαλήμ υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Λευκός Οίκος έχει πλήρη εικόνα για τον κυριότερο άξονα της στρατηγικής του Ιράν, που είναι η χρονοτριβή. Στόχος της τελευταίας είναι να δοκιμάζονται οι αντοχές όλων των άλλων, ειδικά της Δύσης, οι οποίες πιέζονται τόσο από τις οικονομικές συνέπειες της κατάστασης όσο και από τον φόβο μιας ραγδαίας αύξησης της τιμής του πετρελαίου ως επακόλουθο.
Οι ίδιες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το Ιράν συνεχίζει να ενεργεί σαν να μην έχει πληγεί η περιφερειακή του θέση, αγνοώντας την κατάρρευση της οικονομίας, τις αυξανόμενες κυρώσεις και τις εξεγέρσεις από πλευράς των Ιρανών. Σημειώνεται δε ότι στην Τεχεράνη υπάρχει ένα ισχυρό στρατόπεδο – στο οποίο περιλαμβάνονται στρατιωτικοί, πολιτικοί αλλά και κληρικοί – που τάσσεται υπέρ μιας σκληρής γραμμής στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ. Ο κύκλος αυτός των σκληροπυρηνικών θεωρεί λιγότερο επικίνδυνη για το καθεστώς μια πολεμική σύγκρουση από παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να το αποσταθεροποιήσουν, όπως η εγκατάλειψη του εμπλουτισμού ουρανίου ή του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων.
Υπάρχει όμως και ένα πρόσθετο στοιχείο: κοινή είναι η εκτίμηση ότι, ό,τι και να γίνει, ο τελικός λόγος ανήκει στον Αλί Χαμενεΐ και ότι καμία υποχώρηση δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη εάν εκείνος και η αυλή του δεν συμφωνούν – κάτι αμφίβολο, αν όχι και απίθανο.
Το Ισραήλ, βέβαια, όπως και οι πλείστες αραβικές χώρες, θα έβλεπαν με ικανοποίηση κάτι τέτοιο να συμβαίνει, καθώς έτσι θα άρχιζε ο πόλεμος άμεσα.
Η απειλή για όλους είναι μεγάλη αν αυτό συμβεί. Η ευκαιρία, όμως, να «σπάσει» μια και καλή το ιρανικό απόστημα είναι επίσης μεγάλη. Το πρόβλημα, βεβαίως, είναι ότι τα αποστήματα, χωρίς ριζική αντιμετώπιση, ξαναγεμίζουν – και εδώ κάτι τέτοιο ως θεραπεία δεν είναι απλό να γίνει. Ούτε και κανείς δείχνει να γνωρίζει το πώς.