Ασφαλώς και η ηγεσία του ΑΚΕΛ έχει καθήκον να τηρήσει το καταστατικό του κόμματος για το όριο θητειών των βουλευτών, που αποκλείει την Ειρήνη Χαραλαμπίδου από διεκδίκηση τρίτης θητείας. Αλλά αυτό το καθήκον απέχει πολύ από τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σε όσα ανακοινώθηκαν.
Η επίθεση εναντίον της επί δεκαπέντε χρόνια βουλευτού του κόμματος ήταν άκρως τοξική. Ειδικά για μια βουλευτή που οι ψηφοφόροι τιμούσαν με ποσοστά ρεκόρ. Ίσως γιατί αποφάσισαν να την εκθέσουν στα μάτια των οπαδών για το ενδεχόμενο να πάρει μαζί της ψηφοφόρους από το κόμμα αν αποφασίσει να είναι υποψήφια με άλλο κόμμα. «Το Κόμμα της Αριστεράς δεν είναι όχημα όπου μπορεί να ανεβοκατεβαίνει ο καθένας σύμφωνα με τις προσωπικές του φιλοδοξίες», έλεγε η ανακοίνωση με την οποία η Ειρήνη τέθηκε εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας.
Αλλά, η κ. Χαραλαμπίδου ήταν συνεργαζόμενη με το κόμμα, δεν είχε άλλη οργανική – θεσμική σχέση, πέραν αυτής που της έδωσαν οι πολίτες. Επομένως όταν λήξει η θητεία της δικαιούται να πάρει αποφάσεις για το πολιτικό μέλλον της, αν το επιθυμεί. Πώς μπορεί να λεχθεί ότι ανεβοκατεβαίνει στο όχημα; Αν νιώθει ότι μπορεί να προσφέρει περισσότερα πρέπει να αδρανοποιηθεί επειδή το ΑΚΕΛ αποφάσισε να την αποβιβάσει από το όχημα;
Οι προσβλητικές επιθέσεις, δηλαδή οι τακτικές μηδενισμού του «αντιπάλου», μας φέρνουν σε ένα άλλο ζήτημα, που έχει σχέση με την απαξίωση της κοινής γνώμης, την απογοήτευση και την απομάκρυνση των πολιτών από κόμματα και θεσμούς. Θα εξηγήσω γιατί. Η Ειρήνη Χαραλαμπίδου στα δεκαπέντε χρόνια των θητειών της πέτυχε να ταυτιστεί με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Και στη βουλή και στην αντιπροεδρία του ΟΑΣΕ. Ακόμα κι όσοι διαφωνούν μαζί της, το παραδέχονται. Σήμερα, το κόμμα του οποίου ήταν βουλευτής, την παρουσιάζει ακόμα και ως πολιτικά ανήθικη.
Δεν είναι αποδεκτό, έλεγε χτες ο κ. Στεφάνου, ενώ είσαι σε ένα κομματικό χώρο, μετά από δύο μήνες να πας σε άλλο κόμμα για να κατέλθεις στις εκλογές. «Είναι θέμα αξιοπρέπειας και πολιτικής ηθικής». Αυτό θα μπορούσε να το πει για ένα στέλεχος του κόμματος, όχι για μια «φιλοξενούμενη». Η ουσία είναι αλλού. Ότι όσοι άνθρωποι στον δημόσιο βίο κέρδισαν τον σεβασμό της κοινής γνώμης ως πολέμιοι της διαφθοράς, κάποια στιγμή το σύστημα δεν τους αποβάλλει απλώς, αλλά προσπαθεί να τους εκθέσει και να τους μηδενίσει.
Το πιο ηχηρό παράδειγμα είναι βεβαίως ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Που ενώ όλοι ομολογούσαν ότι ήταν ο αξιωματούχος που πολέμησε όσο κανένας άλλος τη διαφθορά, ότι έδωσε στην Ελεγκτική Υπηρεσία πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, τελικά εκπαραθυρώθηκε επειδή η συμπεριφορά του δεν ήταν αρεστή σε άλλους αξιωματούχους. Όχι στην κοινή γνώμη.
Ο Κώστας Κληρίδης, ως Γενικός Εισαγγελέας, μαζί με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη, οδήγησαν στη Δικαιοσύνη υποθέσεις διαφθοράς που ουδείς πριν από αυτούς κατάφερε να δικάσει και να καταδικάσει. Αποχώρησε καταγγέλλοντας όσους ανέλαβαν να προωθήσουν τη φθορά του «για λόγους καθόλου άσχετους με τη στάση που τήρησα στον χειρισμό συγκεκριμένων υποθέσεων».
Η δικαστής Ντόρια Βαρωσιώτου κέρδισε την συμπάθεια των πολιτών με το πόρισμά της για τον θάνατο του Θανάση Νικολάου, συγκρούστηκε με τον διοικητικό προϊστάμενο δικαστή όταν της ζήτησε να αλλάξει πορίσματα ως θανατική ανακρίτρια και τελικά εκπαραθυρώθηκε κι αυτή. Η απόφαση της προσφυγής της στο Ανώτατο δείχνει και την αδυναμία της απόλυσής της. Τρεις ανώτατοι δικαστές, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος του Ανωτάτου, διαφώνησαν με την πλειοψηφία.
Η πρώην δικαστής Αλεξάνδρα Λυκούργου, εξέδωσε πόρισμα για την υπόθεση του πρώην προέδρου της ΚΟΠ, Γιώργου Κούμα, και όταν η Νομική Υπηρεσία δεν προχωρούσε την υπόθεση, τα είπε χαρτί και καλαμάρι δημοσίως, ασκώντας πίεση. Είναι ιδιώτης, όμως, δεν εκπαραθυρώνεται από πουθενά, αλλά η αντίδραση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν να κάνει δήλωση για να την νουθετήσει να μην μιλά δημοσίως…
Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Η κοινή γνώμη τα βάζει απέναντι από τη μεγάλη εικόνα της διαφθοράς. Και η απαξίωση κορυφώνεται όλο και περισσότερο!