Η ρήξη μεταξύ του ΑΚΕΛ και της Ειρήνης Χαραλαμπίδου ήταν ορατή εδώ και καιρό, ήταν αναμενόμενη και το μόνο που απέμενε ήταν το πότε θα έβγαινε προς τα έξω, πότε επισήμως θα ανακοινωνόταν το διαζύγιο. Αυτό που απέμενε να γίνει γνωστό ήταν το ύφος του διαζυγίου, και όπως φάνηκε την Τρίτη, μόνο κοινή συναινέσει δεν ήταν.
Το πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα σε ΑΚΕΛ και Χαραλαμπίδου δεν είναι μια ακόμα εσωκομματική ρήξη (από αυτές που βλέπουμε συχνά εντός και εκτός Κύπρου) αλλά φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικό ερώτημα: Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η προσωπική αυτονομία ενός εκλελεγμένου αξιωματούχου, χωρίς την ίδια ώρα να υπονομεύεται ο θεσμικός ιστός που τον ανέδειξε στη θέση που βρίσκεται;
Τα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν, τόσο από τον γενικό γραμματέα του κόμματος, Στέφανο Στεφάνου, όσο και από τον εκπρόσωπο Τύπου, Γιώργο Κουκουμά, συνθέτουν μια εικόνα αρκετά ξεκάθαρη: η κ. Χαραλαμπίδου, ευρισκόμενη στο τέλος της τρίτης βουλευτικής της θητείας, αρνήθηκε τις προτάσεις συνέχισης της συνεργασίας, δεν κατέθεσε αντιπρόταση και, ταυτόχρονα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ένταξης σε άλλο κόμμα. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ, από την πλευρά της, επικαλείται μήνες αναμονής, επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας και, τελικά, μια αναπόφευκτη κατάληξη.
Η θέση του ΑΚΕΛ φαίνεται σε μεγάλο βαθμό τεκμηριωμένη. Ο κανόνας των τριών θητειών εφαρμόζεται από το 1990, και από τους 65 βουλευτές που πέρασαν από τα έδρανα του κόμματος, οι 59 αποδέχθηκαν τη λήξη της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας χωρίς να αμφισβητήσουν το θεσμικό πλαίσιο. Η εξαίρεση, σύμφωνα με το καταστατικό, αφορά αποκλειστικά μέλη της ανώτατης ηγεσίας.
Από τα όσα λέχθηκαν δημοσίως χθες και σίγουρα θα επαναληφθούν προσεχώς, φαίνεται πως η ρήξη δεν προήλθε μόνο ένεκα του ορίου των θητειών, αλλά έχει και βαθύτερα αίτια, όπως είναι η στάση που τήρησε η κ. Χαραλαμπίδου κατά τις προεδρικές εκλογές του 2023. Όπως υπενθύμισαν, τόσο ο κ. Στεφάνου όσο και ο κ. Κουκουμάς, η βουλευτής δεν συστρατεύτηκε πίσω από την υποψηφιότητα Ανδρέα Μαυρογιάννη, σε μια εκλογική αναμέτρηση που το ΑΚΕΛ θεωρεί κρίσιμη. Η αποστασιοποίηση αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στη βάση του κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση ήταν να συνεχιστεί η συνεργασία- μια χειρονομία καλής θέλησης που, τελικά, δεν ανταποδόθηκε.
Σίγουρα η κ. Χαραλαμπίδου δεν είναι άτομο που στερείται πολιτικού κεφαλαίου. Η παρουσία της στη Βουλή και τις κοινοβουλευτικές επιτροπές και η δράση της όσον αφορά την καταπολέμηση της διαφθοράς ήταν τέτοια που αναγνωρίστηκε από το εκλογικό σώμα, πέραν από τον χώρο του ΑΚΕΛ. Όμως, η ένταξη σ’ ένα κόμμα συνεπάγεται δεσμεύσεις, και η ταυτόχρονη αναζήτηση εναλλακτικών εγείρει εύλογα ερωτήματα περί συνέπειας.
Η κ. Χαραλαμπίδου, εν τέλει, ανέδειξε ένα δίλημμα που αφορά κάθε πολιτικό πρόσωπο: η εκλογική δημοτικότητα δεν συνιστά ατομική περιουσία. Όπως ορθά υπενθύμισε ο κ. Στεφάνου, κάθε βουλευτής ανέβηκε μια σκάλα την οποία κρατούσαν χιλιάδες μέλη και φίλοι του κόμματος. Η λήθη αυτής της πραγματικότητας δεν είναι απλώς αχάριστη- είναι πολιτικά αδιέξοδη.
Στη δήλωσή της (την Τρίτη) η κ. Χαραλαμπίδου υποστήριξε ότι η ηγεσία του κόμματος την έθεσε εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας. Η ηγεσία αντιτάσσει ότι η ίδια έθεσε τον εαυτό της εκτός, μέσω των επιλογών και παραλείψεών της. Η αλήθεια, ίσως, βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα- αλλά κλίνει περισσότερο προς τη δεύτερη εκδοχή.
Το ευρύτερο ζήτημα, βέβαια, δεν αφορά μόνο το ΑΚΕΛ. Η πρακτική της μετεγγραφής βουλευτών από κόμμα σε κόμμα, που ο κ. Στεφάνου εύστοχα παρομοίασε με ποδοσφαιρικές μετεγγραφές, απειλεί να μετατρέψει τον κοινοβουλευτισμό σε αγορά ταλέντων. Όταν η πολιτική πίστη γίνεται ρευστή, η εμπιστοσύνη του πολίτη διαβρώνεται.
Η Αριστερά κερδίζει ή χάνει όχι από πρόσωπα, αλλά από αρχές. Εάν η κ. Χαραλαμπίδου θεωρεί ότι η πολιτική της πορεία υπερβαίνει τα πλαίσια που της πρόσφερε το ΑΚΕΛ, είναι δικαίωμά της να αναζητήσει νέους ορίζοντες. Αλλά ας μην περιμένει κανείς ότι αυτή η αναζήτηση θα γίνει δεκτή χωρίς κριτική- ούτε από το κόμμα που την ανέδειξε, ούτε από τους πολίτες που θα κληθούν να αξιολογήσουν τη συνέπεια λόγων και πράξεων.