Η αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος τετραετίας, έως το 2030, ήταν ένα από τα highlight της συνάντησης του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Λευκό Παλάτι στην Άγκυρα.
Στα δημοσιεύματα των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς ήταν η αποφασιστικότητα Ελλάδας και Τουρκίας να ενισχύσουν τους εμπορικούς τους δεσμούς.
Γιατί ως γνωστό… «money makes the world go round».
Σε απλή ελληνική μετάφραση θα μπορούσαμε να πούμε ότι το χρήμα αποτελεί κινητήριο δύναμη των πάντων. Οι οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες ή διαφωνίες μπορεί να επηρεάσουν και επηρεάζουν εν πολλοίς διμερείς και περιφερειακές σχέσεις. Μόνο μια ματιά να ρίξουμε στο πώς πολιτεύεται ο Ντόναλντ Τραμπ και πώς ζυγίζει τις αποφάσεις του, είναι εύκολο να αντιληφθούμε πως τα χρήματα όχι μόνο κάνουν τη γη να γυρίζει αλλά μπορεί να φέρουν τον κόσμο ανάποδα.
Στην κοινή δήλωση Μητσοτάκη – Ερντογάν αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Υπό το πρίσμα της αύξησης του όγκου του διμερούς εμπορίου και της οικονομικής συνεργασίας, οι δύο χώρες συμφώνησαν να ενισχύσουν περαιτέρω τους εμπορικούς τους δεσμούς και να επιτύχουν τον στόχο των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε διμερή εμπορικό όγκο έως το τέλος της δεκαετίας. Προς τούτο, δεσμεύτηκαν να εντείνουν τη συνεργασία μεταξύ των αντίστοιχων επιχειρηματικών τους κοινοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση στις δραστηριότητες του Ελληνοτουρκικού Κοινού Επιχειρηματικού Συμβουλίου, καθώς και άλλων συναφών επιχειρηματικών ενώσεων και οργανισμών προώθησης επενδύσεων των δύο χωρών».
Όπως σημειώνεται σε σχετικό δημοσίευμα της ιστοσελίδας iefimerida, τα τελευταία χρόνια το διμερές εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Το 2024 ανήλθε γύρω στα 6,2 δισ. δολάρια και το 2025 έφτασε τα 6,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό σημαίνει πως για να επιτευχθεί ο στόχος των 10 δισ. θα πρέπει οι εμπορικές συναλλαγές να αυξηθούν μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια κατά 45%.
Πέραν όμως από την πρόθεση χρειάζεται και το ανάλογο θετικό περιβάλλον. Χρειάζονται τα… «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Μπορεί άραγε αυτό να επιτευχθεί; Φυσικά και μπορεί με δύο τρόπους: (α) Αμφότερες οι πλευρές να αποφεύγουν ενέργειες που προκαλούν ένταση, και (β) Αν μια εκ των δύο πλευρών «ξεφύγει» η άλλη να δείχνει αυτοσυγκράτηση και να αποφεύγει την αντιπαράθεση.
Να το απλοποιήσουμε: Ελλάδα και Τουρκία να αποφεύγουν ενέργειες εντός του Αιγαίου οι οποίες θα προκαλούν ένταση. Η ελληνική πλευρά επ’ αυτού μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν θα πρέπει η Τουρκία να προβαίνει σε διεκδικήσεις στο Αιγαίο που κινούνται εκτός του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη η τουρκική πλευρά μπορεί να υποστηρίξει πως η Ελλάδα δεν μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εντός του Αιγαίου εάν η Τουρκία δεν συμφωνεί γιατί μετά θα αντιδράσει η Άγκυρα και θα προκληθεί ένταση.
Τώρα, εάν από την άλλη η Τουρκία βγάλει κάποιο ερευνητικό στο Αιγαίο η Ελλάδα θα πρέπει να δείξει αυτοσυγκράτηση και να μην αντιδράσει για να μη διαταραχθούν τα «ήρεμα νερά». Να μην αντιδράσει στο τουρκολυβικό σύμφωνο γιατί και πάλι θα προκληθεί «τρικυμία» στις σχέσεις των δύο χωρών.
Έτσι λοιπόν για να διατηρηθεί ηρεμία στα νερά του Αιγαίου, να μη χαλάσει το κλίμα και για να μπορεί να υλοποιηθεί ο στόχος των 10 δισ. όλα όσα προκαλούν ένταση να τα αφήσουν στο πλάι, να προσπαθήσουν να τα κρατήσουν όσο μακριά γίνεται για να μη δημιουργούνται εντάσεις.
Στο πλαίσιο του θετικού κλίματος η μία χώρα να στηρίζει την άλλη σε διεθνή fora όταν διεκδικούν μια θέση. Όταν δηλαδή υπάρχει Τούρκος υποψήφιος η Ελλάδα να τον στηρίζει και το αντίθετο.
Εάν σ’ ένα από τα διεθνή fora προκύψει και καμιά κυπριακή υποψηφιότητα;
Τότε, σίγουρα κάποιοι θα μιλήσουν για προσπάθεια πρόκλησης έντασης, θα βρεθεί (όπως και έτυχε) η Λευκωσία υπό κατηγορία. Γιατί μια τέτοια πράξη θα ενοχλήσει την Τουρκία, θα ταράξουν τα «ήρεμα νερά» και ο στόχος των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων…