Σε μια κόλλα χαρτί γράφει τη λίστα με τα ονόματα αποθανόντων, γονιών, θείων, φίλων, παππούδων, ακόμη και προπάππων που δεν γνώρισε παρά μόνο από μαυρόασπρες, κιτρινισμένες φωτογραφίες του οικογενειακού άλμπουμ. Υπήρξαν ίσως η πρώτη γενιά Κυπρίων που κατάφεραν να απαθανατίσουν την εικόνα τους, το είδωλό τους στο χαρτί. Οι δικοί τους πρόγονοι το είχαν ίσως δει μόνο στον καθρέφτη ή στα καθάρια νερά μιας πηγής ή μιας στέρνας. Από μικροί στο σχολείο διδασκόμασταν για τη λίθινη εποχή έως και αυτή του χαλκού αλλά την «προ-καθρέφτη» εποχή δυσκολευόμαστε ακόμη και να τη φανταστούμε.

Για τους σημερινούς νέους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη διαδικτυακή εποχή, φαντάζει ασύλληπτη η σκέψη πως η γενιά των γονιών τους έβγαζε φωτογραφίες οι οποίες προορίζονταν είτε για ταυτότητες και απολυτήριο, είτε για τα οικογενειακά άλμπουμ. Πως δεν φωτογραφίζονταν για να τις δημοσιεύσουν και για να τις μοιραστούν με χιλιάδες άγνωστους φίλους και εχθρούς των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, βγάζοντας για ξέπλυμα όλα τα προσωπικά δεδομένα και τις ιδιωτικές τους στιγμές.

Οι παππούδες μας στη μία και μοναδική φωτογραφίας της ζωής τους, αν είχαν τέτοια τύχη και πολυτέλεια να βγάλουν μία, μπορεί και να είχαν τα μάτια κλειστά. Σήμερα υπάρχουν απεριόριστες δυνατότητες για photoshop, στο σημείο που δεν αναγνωρίζουμε πλέον τον εαυτό μας. Τραβούμε απεριόριστες καθημερινά, έχουμε χιλιάδες αποθηκευμένες στους φακέλους του κινητού μας, μόνο που δεν θα έχουμε ποτέ τον χρόνο να αναπολήσουμε και να πάμε πίσω να τις δούμε.

Αντιθέτως, η φωτογραφία στο χαρτί, είχε κάτι το ακατάληπτο, το ιερό, προκαλούσε μέχρι και δέος, παρόμοια συναισθήματα με αυτά που νιώθεις όταν σκύβεις για να προσκυνήσεις μια εικόνα. Ο πλανόδιος φωτογράφος σπάνια περνούσε από τα ορεινά απομακρυσμένα χωριά, γι’ αυτό και μια ευκαιρία φωτογράφισης των χωρικών θα δινόταν σ’ ένα μεγάλο πανηγύρι ή μια ζωοπανήγυρη σ’ άλλο χωριό.

Πριν την προγραμματισμένη φωτογράφιση προηγείτο μια ιεροτελεστία. Πήγαιναν στο ποτάμι ή στην πηγή, κουβαλούσαν νερό, άναβαν ξύλα και φωτιά για να κάνουν μπάνιο ώστε να φύγουν από πάνω τους ο κάματος, ο ιδρώτας και οι μυρωδιές τόσων εβδομάδων ή και μηνών σκληρής δουλειάς. Έπρεπε να μοσχοβολούν πράσινο σαπούνι, ανθόνερο ή ροδόσταμα οι γυναίκες, και οι άντρες σπιρτοκωλόνια αφού θα περνούσαν από τον κουρέα τους προτού φωτογραφηθούν. Θα φορούσαν τις βράκες και τις πουκαμίσες, τα καλά τους φουστάνια οι γυναίκες, κολλαριστά και σιδερωμένα. Τόσο οι πλεξούδες των γυναικών κάτω από το τσεμπέρι όσο και τα μαλλάκια των παιδιών με τις μπούκλες θα μοσχομύριζαν κι αυτά άνθη και φρεσκάδα.

Δεν ήταν μόνο το είδωλό τους που θα έμενε στην αιωνιότητα, απάνω στο χαρτί αλλά και η μυρωδιά τους. Και όταν αυτοί θα έφευγαν από τη ζωή, η φωτογραφία τους θα έμενε κρεμασμένη στην αρμαρόλα ή στον καθρέφτη με τη χρυσή ξύλινη κορνίζα. Ο πατέρας όρθιος να ακουμπά με το χέρι στον ώμο της γυναίκας του η οποία καθιστή κρατά το βρέφος στην αγκαλιά της ενώ τριγύρω της στέκονται τα μεγαλύτερα παιδιά, κοιτάζοντας όλα με απορία και σοβαρότητα τον φακό και το μαύρο ρούχο του φωτογράφου κάτω από το οποίο θα έβγαινε το πουλάκι. Μόνο που δεν το έβλεπαν ποτέ, όπως ούτε άλλωστε το χρυσό πουλάκι της Θείας Κοινωνίας.

Τα ονόματα των προγόνων που δεν είχε γνωρίσει, την κοιτούσαν από τα βάθη του χρόνου, μέσω της φωτογραφίας. Τα κατέγραψε ένα-ένα στο χαρτί που θα έπαιρνε στην εκκλησία για να διαβαστούν και να μνημονευτούν το Ψυχοσάββατο. Σε μια άλλη κόλλα χαρτιού ετοιμάζει μια λίστα με τα ονόματα των καλεσμένων για το τραπέζι της Τυρινής. Γράφει λοιπόν τα ονόματα και στην πίσω σελίδα τα φαγητά και τα γλυκά που θα κάνει ή θα παραγγείλει, την ώρα που κοχλάζει το σιτάρι για τα κόλλυβα το οποίο μούλιασε αποβραδίς. Παρελθόν και παρόν, απουσίες και παρουσίες σμίγουν, ενώ ετοιμάζει τα αμύγδαλα, τα καρύδια και σπάει το ρόδι.

Το απόγευμα θα τα πάρει στην εκκλησία μαζί με ένα άρτο και το χαρτί ώστε να διαβάσει τα ονόματα ο ιερέας. Ανάμεσα σε δεκάδες άλλα, θα ακουστούν κι αυτά των αγαπημένων της προσώπων, των γιαγιάδων και της μητέρας που τέτοιες μέρες έφτιαχναν μπουρέκια, δάχτυλα, γαλακτομπούρεκα και μπακλαβάδες μα και κόλλυβα με τα δυο τους χέρια. Θα ακουστεί και το όνομα του παππού Λεωνίδα που την έπαιρνε βόλτα με το γαϊδουράκι όταν επισκέπτονταν το χωριό αλλά και αυτό του πατέρα που την έπαιρνε από το χέρι ή την ανέβαζε στους ώμους του για να δει την αποκριάτικη παρέλαση, ενώ την Καθαρά Δευτέρα πετούσε τον χαρταετό και μαζί άγγιζαν τον ουρανό.

Καλή Σαρακοστή!

dena.toumazi@gmail.com