Οι αναφορές των τελευταίων ημερών για πιθανό ρόλο των Κούρδων του Ιράκ στη σύγκρουση με το Ιράν δημιουργούν σύγχυση, κυρίως διότι «οι Κούρδοι της περιοχής» εκλαμβάνονται συχνά ως ένα ενιαίο στοιχείο με κοινές επιδιώξεις. Το να υποδείξει κανείς ότι αυτό είναι λανθασμένο και πως στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο δρουν διαφορετικοί κουρδικοί παράγοντες, με διαφορετικούς στόχους, όπως και διαφορετικές σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις, είναι μια ασφαλής αρχή για να κατανοήσει κανείς αυτό το αρκούντως πολύπλοκο σκηνικό.
Στο βόρειο Ιράκ λειτουργεί η Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG), που είναι η αυτόνομη κουρδική διοίκηση της χώρας. Στην πολιτική της σκηνή κυρίαρχοι είναι δύο βασικοί πόλοι: το κόμμα του Μασούντ Μπαρζανί (KDP) και εκείνο των Ταλαμπανί (PUK), ενώ οι Πεσμεργκά αποτελούν τις επίσημες ένοπλες δυνάμεις της περιοχής. Η διοίκηση αυτή διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και δεκαετίες, στενότατες δε μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και αργότερα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του ISIS.
Στην ίδια περιοχή έχουν εδώ και χρόνια εγκατασταθεί και αντικαθεστωτικές ιρανοκουρδικές οργανώσεις. Πρόκειται για ένοπλες ομάδες Κούρδων από το Ιράν που έχουν μεταφέρει τη δράση τους στο ιρακινό Κουρδιστάν. Μεταξύ αυτών βρίσκονται οργανώσεις όπως το Δημοκρατικό Κόμμα του Ιρανικού Κουρδιστάν (KDPI) και η Komala, οι οποίες διατηρούν βάσεις κυρίως κοντά στα σύνορα Ιράκ–Ιράν.
Αυτές ακριβώς είναι οι ομάδες που εμφανίζονται στο επίκεντρο των πρόσφατων σεναρίων και συζητήσεων για πιθανή δημιουργία πίεσης προς το Ιράν από τα δυτικά σύνορά του. Σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, διαθέτουν αρκετές χιλιάδες μαχητές και θα μπορούσαν, θεωρητικά, να κινηθούν προς ιρανικό έδαφος, ιδιαίτερα εάν το καθεστώς της Τεχεράνης και οι Φρουροί της Επανάστασης συνεχίσουν να χάνουν τον έλεγχο της χώρας.
Ο ρόλος των ΗΠΑ είναι καθοριστικός όσο λίγοι άλλοι παράγοντες. Η υπερδύναμη διατηρεί ισχυρή στρατιωτική και διπλωματική παρουσία στο ιρακινό Κουρδιστάν. Οι ΗΠΑ έχουν συνεργαστεί στενά με τους Πεσμεργκά για χρόνια και διατηρούν σημαντικές υποδομές και δίκτυα στην περιοχή, ενώ στο Ερμπίλ λειτουργεί «το μεγαλύτερο αμερικανικό προξενικά συγκρότημα στον κόσμο» το οποίο στοίχισε 800 εκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να αξιοποιήσει τις ιρανοκουρδικές οργανώσεις ως έναν επιπλέον μοχλό πίεσης προς την Τεχεράνη, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση ότι έχει ξεκινήσει πρόγραμμα εκπαίδευσης ή εξοπλισμού αυτών των δυνάμεων.
Στην εξίσωση εμφανίζεται επίσης και το Ισραήλ, το οποίο διαχρονικά διατηρεί διαύλους με κουρδικούς παράγοντες στη Μέση Ανατολή και βλέπει το κουρδικό στοιχείο ως έναν πιθανό παράγοντα πίεσης απέναντι σε εχθρικά καθεστώτα της περιοχής. Στο σημερινό περιβάλλον έντασης με το Ιράν, μια κινητοποίηση ιρανοκουρδικών ομάδων στα δυτικά σύνορα της χώρας θα μπορούσε, θεωρητικά, να αποσπάσει μέρος της προσοχής και των δυνάμεων του ιρανικού μηχανισμού ασφαλείας. Παράλληλα, η ευόδωση μιας τέτοιας προσπάθειας από τους Κούρδους είναι ο εφιάλτης της Τουρκίας, κάτι που εξυπηρετεί το Ισραήλ — και, κατ’ επέκταση, και εμάς.
Παρά ταύτα, η επίσημη κουρδική διοίκηση του βορείου Ιράκ έχει κρατήσει σαφείς αποστάσεις από τέτοια σενάρια. Αξιωματούχοι της περιοχής έχουν δηλώσει ότι δεν επιθυμούν το έδαφος του ιρακινού Κουρδιστάν να χρησιμοποιηθεί ως βάση επιθέσεων κατά του Ιράν, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει άμεσες ιρανικές στρατιωτικές αντιδράσεις. Η Τεχεράνη, άλλωστε, έχει πλήξει στο παρελθόν με πυραύλους και drones βάσεις ιρανοκουρδικών οργανώσεων μέσα στο Ιράκ.
Παράλληλα, και η κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης έχει καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί το Ιράκ να μετατραπεί σε ορμητήριο στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον γειτονικών χωρών.
Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες οι ιρανοκουρδικές οργανώσεις εμφανίζονται πιο πρόθυμες να κινηθούν εναντίον του ιρανικού καθεστώτος και σε ορισμένες περιπτώσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι βρίσκονται σε ετοιμότητα.
Συνολικά, οι ένοπλες κουρδικές ομάδες που αντιτίθενται στην Τεχεράνη υπάρχουν και βρίσκονται στο βόρειο Ιράκ. Η επίσημη κουρδική διοίκηση και η κυβέρνηση του Ιράκ δεν φαίνεται να επιθυμούν άμεση εμπλοκή σε μια σύγκρουση με το Ιράν, ενώ ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ παραμένει μέχρι στιγμής κυρίως στρατηγικός και πολιτικός. Έτσι, το ενδεχόμενο ενός κουρδικού μετώπου κατά της Τεχεράνης εξακολουθεί να αποτελεί περισσότερο ένα μεσοπρόθεσμο σενάριο και αντικείμενο συζήτησης παρά μια εξέλιξη που έχει ήδη τροχοδρομηθεί.