«Πώς πέρασαν τα χρόνια», συλλογίζεται ενώ περιμένει τους ξένους της να αφιχθούν από το αεροδρόμιο. Παραγγέλνει ένα καφέ, κοιτάζει τη θάλασσα και θυμάται όταν πριν τρεις δεκαετίες κατέφθανε νύμφη στο ίδιο ξενοδοχείο, με το δαντελένιο σε κρεμ απόχρωση νυμφικό της, με τον εδώ και μια ώρα, επίσημα πια, σύζυγό της. Οι δυο τους υπήρξαν οι πρωταγωνιστές, σε μια «ταινία», μια γαμήλια δεξίωση χιλιάδων αγνώστων καλεσμένων: φίλοι, συνεργάτες και γνωριμίες των γονιών και των πεθερικών τους. Σε όλη της τη ζωή δεν είχε κάνει τόσες χειραψίες, ούτε είχε πει τόσα πολλά ευχαριστώ όσο εκείνες τις δύο ώρες. Η ίδια ήταν ζήτημα να είχε καλέσει τριάντα φίλους και συναδέλφους στον γάμο της.

Δεκαετία του ’90, οι γάμοι στο νησί γίνονταν «ανοιχτοί», όσοι περισσότεροι καλεσμένοι, τόσο πιο πετυχημένοι θεωρούνταν. Ήταν η προ-«φακελλάκια» εποχή, κατά την οποία οι πλείστοι έπαιρναν για δώρο διάφορα αντικείμενα διακοσμητικά ή χρηστικά για το νέο σπίτι που θα άνοιγαν οι νεόνυμφοι. Ώσπου έγιναν της μόδας τα ασημένια τασάκια ή χανάπια και καθιερώθηκαν ως πρακτικότερο δώρο αφού αυξανόταν και η αξία τους με τον χρόνο. «Πιάνει τόπο τζαι φκάλλει σε ασπροπρόσωπο» έλεγαν οι κυρίες που τα αγόραζαν με τη ντουζίνα και τα είχαν στοκ για τους επόμενους γάμους.

Το απρόσωπο αυτό δώρο αντικαταστάθηκε από κάτι ακόμη πιο απρόσωπο μα τουλάχιστον άμεσα χρήσιμο: τα φακελάκια με χρήματα. Την επομένη του γάμου το νιόπαντρο ζευγάρι με τους γονείς τα άνοιγαν και μετρούσαν χαρτονομίσματα, ενώ κοιμόνταν με τα λεφτά στο προσκεφάλι, μέχρι αυτά να κατατεθούν στην τράπεζα. Έτσι ξεκίνησε το πρώτο πλυντήριο χρήματος, για κάποιους που δεν ήξεραν πώς αλλιώς να δικαιολογήσουν «τ’ άπλυτά τους» χρήματα από μίζες ή αφορολόγητα. Δεν είχαν παρά να τα καταθέσουν, ως δώρα γάμου χωρίς να χρειάζεται να τρέχουν ως τις Σεϋχέλλες.

Στα ασημένια τασάκια, χαραγμένα με το αγρινό ή την Αφροδίτη της Κύπρου, ποτέ δεν σβήστηκε ένα τσιγάρο, αλλά αυτά κείτονταν στα τραπεζάκια ως καθαρά διακοσμητικά, φιγουράροντας μάλιστα την αξία τους. Πριν τα Χριστούγεννα η νοικοκυρά μάζευε όλα τα ασημικά και τα γυάλιζε, ώστε να αστράφτουν τις γιορτές. Το καλοκαίρι φυλάγονταν σε ένα ερμάρι ή μπουφέ, για να ξεκαλοκαιριάσουν. Ξανάβγαιναν αστραφτερά για να πάρουν τις θέσεις τους στα τραπεζάκια ή τις βιτρίνες το φθινόπωρο, αφού τελείωνε η εποχή της βεράντας, της ζέστης και της υγρασίας.

Όλα αυτά ανήκουν ήδη σε ιστορίες του παρελθόντος εφόσον ακόμη και τα φακελάκια ως δώρα γάμου θεωρούνται «αρχαιολογία». Στα προσκλητήρια αναγράφεται ένας λογαριασμός όπου μπορείς να κάνεις απευθείας έμβασμα το ποσό που θέλεις να προσφέρεις. Οι πλείστοι γάμοι γίνονται υποτίθεται σε στενό οικογενειακό κύκλο, «μόνο 500 άτομα», τα οποία στριμώχνονται σε μια αίθουσα ξενοδοχείου ή δεξιώσεων και δεν βλέπουν την ώρα να φύγουν, προτού πάθουν ασφυξία ή κλειστοφοβία. Έπειτα οι φωτογραφίες αναρτώνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή σε Life Style περιοδικά ώστε να δουν οι πάντες τα μεγαλεία του «στενού» γάμου. Κάποιοι πάνε στη Μητρόπολη Αθηνών εκεί που παντρεύονται και οι έκπτωτοι πρίγκιπες, γιατί οι ναοί του νησιού αποδεικνύονται πολύ στενοί για να χωρέσουν τη ματαιοδοξία τους.

Αυτά σκεφτόταν πίνοντας τον καφέ της ενώ ένα νιόπαντρο ζευγάρι, που δεν είχε κλείσει ούτε είκοσι τέσσερις ώρες γάμου, βυθίστηκε αμίλητο σε δυο ξεχωριστούς καναπέδες απέναντί της. Πρέπει να ήταν κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι συλλογίστηκε, αν και αυτό δεν δικαιολογούσε τη βαριεστημάρα τους. Καμιά χαρά ή λάμψη στα μάτια, μόνο κοιτούσαν ο καθένας το κινητό του, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε αυτό της κοπέλας. «Ναι μάμμα εννά περάσουμε ποτζεί η ώρα 4.00 ν’ ανοίξουμε τα φακελάκια». «Άτε να τελειώνει τζαι τούτο», αποκρίθηκε ο σύζυγος ξαναπιάνοντας το παιχνίδι στο κινητό του.

Έφτασαν ο Alain και η Apo, ξεφόρτωσαν το ενοικιάσεως αυτοκίνητό τους και κατευθύνονται χαμογελαστοί προς τη reception. Θυμήθηκε τον δικό τους γάμο στη Γαλλία, στην Porscheville, ένα εργατικό προάστιο του Παρισιού στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα. Την προηγούμενη μάζευαν λουλούδια από τους αγρούς για να στολίσουν το σπίτι και άγριες φράουλες και βατόμουρα από τους φράχτες για τις τάρτες και τη γαμήλια τούρτα. Μετά την τελετή, οι λίγοι καλεσμένοι, συγγενείς και φίλοι μαζεύτηκαν στο πατρικό σπίτι του Αlain, όπου είχαν στρώσει ένα μακρύ τραπέζι, με λευκά τραπεζομάντηλα και δαντέλες της Βρετάνης, τόπου καταγωγής της μητέρας.

Ο πατέρας του έπιασε το ακορντεόν και όλοι μαζί χόρευαν και τραγουδούσαν, “Sous le ciel de Paris”, κάτω από τον ξάστερο παριζιάνικο ουρανό. Το βράδυ κοιμήθηκαν στρωματσάδα στο σαλόνι.

Ξύπνησαν από τη μυρωδιά των σουφλέ που φούσκωναν στον φούρνο, των ζεστών κρουασάν και του φρεσκοψημένου καφέ, που σέρβιρε χαρούμενο το ζευγάρι των νιόπαντρων. Το θυμάται ακόμη σαν ένα από τα ωραιότερα πρωινά της ζωής της. Οι φίλοι της, έχουν ακόμη το λευκαρίτικο τραπεζομάντηλο που τους δώρισε για την περίπτωση και το απλώνουν στο τραπέζι σε κάθε γιορτή.

*Ο τίτλος είναι παρμένος από τα σατιρικά αντιβραβεία των Όσκαρ, «Χρυσά βατόμουρα», που απονέμονται στις χειρότερες ταινίες της κάθε χρονιάς.