Ευχαριστώ, Χρίστο Ζάνο! Βρήκα καταφύγιο στους κάμπους των σελίδων σου τούτη τη βδομάδα, ειδικά τώρα που τα σιτάρια είναι ψηλά, κρύφτηκα, όπως οι λάζαροι ανάμεσα στα στάχυα, και ζήτησα αναπαμό στις όχθες του δικού σου Φάραγγα, του ορμητικού κάποτε Πηδκιά και της μικρής Μουσουλίτας της νιότης σου.

Ταξίδευα τις προάλλες από Αμμόχωστο στη Λευκωσία, έβλεπα την πεδιάδα, είχα διαβάσει τη Μεσαρκά μέσα- έξω, την έβλεπα μπροστά μου, η άνοιξη είχε μπει, οι κάμποι πρασίνισαν, οι μολόχες και οι λαψάνες ανταγωνίζονταν σε ύψος τους νέους μιναρέδες, τα χωράφια με πολλά νερά γύρω από το Πραστειό φάνταζαν σαν ορυζώνες της Ανατολής. Τίποτα δεν κατάλαβε η φύση από τον όλεθρο που εξελισσόταν γύρω μας. Παρέμεινε πανέμορφη, όταν δε έγειρε ο ήλιος, ο ουρανός πήρε ένα χρώμα μαβί, που όσο πλησίαζα τη Λευκωσία τόσο εξαφανιζόταν πίσω από τα μεγάλα βουνά.

Αυτό το εξωφρενικό που συμβαίνει τον 21ο αιώνα στον κόσμο, τούτη η επανάληψη του ήχου των σειρήνων, τούτη η υπεροψία μιας εγκληματικής και ανάλγητης δύναμης που προκαλεί μόνο καταστροφές και ντροπή στον πλανήτη, τούτη η απομάκρυνση από την υφή και την ουσία της ανθρώπινης ζωής, όλα αυτά βρίσκουν απάγκιο και παρηγοριά στις ιστορίες και τις περιγραφές σου. Από τη νιότη στη μικρή Μουσουλίτα, στα κτίσματα των πολυβολείων της Καρπασίας, στην Αθήνα και στο πανεπιστήμιο, στην μεγάλη σου αγάπη το θέατρο, στην αντίσταση, στη συνάντηση με τον Τσικουρή, και στην εκπληκτική περιγραφή των δυο Κυπραίων που δε γνωρίζονταν ανάμεσά τους.

Ανθρώπινες ιστορίες ενός κόσμου που νομοτελειακά έχει τελειώσει όμως κατάφερε μέσα από θυσίες ν’ ανοίξει λεωφόρους για τους επόμενους. Ρούφησα όλο το βιβλίο, τις μικρές και τις μεγάλες ιστορίες, χόρτασα τη γλώσσα σου, τη Μεσαρίτικη λαλιά, χόρτασα την ελευθερία του κειμένου σου, χόρτασα Κύπρο!

Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ που έφτασες αυτό που ήθελες να μεταφέρεις σε όλους εμάς είναι στιγμές του παρελθόντος, τη βιωτή της επιβίωσης, της σχέσης με ό,τι ανάπνεε, χωρίς να ξεχνώ την περιγραφή και το βλέμμα του Μαυρή. Μια υπόμνηση στον σεβασμό της φύσης και όλων των κατοίκων της, μια ευγνωμοσύνη για το καθημερινό ψωμί και μια αναγνώριση του καμάτου όλων. Μια στάση ζωής που κατάντησε σήμερα να είναι και ασήμαντη και περιθωριακή, ακόμη και αφελής από τους πολλούς που προσκυνούν μόνο τις υλικές αξίες που τους περιζώνουν! 

Κάθε σελίδα που διάβαζα μου πρόσφερε ανάσες και χαμόγελα. Οι εμπειρίες του σχολείου, η παντοδυναμία των δασκάλων με τις βίτσες, η σοφία των μεγαλύτερων, η σχέση του χωριού με τη μητρόπολη Αμμόχωστο. Τότε που το ιδιόκτητο αυτοκίνητο δεν ήταν το αυτονόητο. Όταν το λεωφορείο και η κοινωνικότητα που πρόσφερε – και θα μπορούσε και σήμερα να προσφέρει- ήταν η καθημερινότητα. Όταν οι σχέσεις ανάμεσα στους 213 κατοίκους της Μουσουλίτας ήταν πραγματικές! Ο ένας ήταν εξάρτηση του άλλου σε έναν τόσο μικρό οικισμό, η ευρύτερη οικογένεια, κυρίως οι ηλικιωμένοι κρατούσαν και προστάτευαν στα στιβαρά τους χέρια αξίες, δικαιοσύνη, παράδοση. Όταν η ανεύρεση γλυκού νερού ήταν αιτία να στηθούν γλέντια και σούβλες, όταν το ταξίδι Αμμόχωστος- Λεμεσός με λεωφορείο διαρκούσε τέσσερις ολάκερες ώρες.

Όλες οι ιστορίες αποκαλύπτουν σχέσεις με τον γύρω κόσμο, με τον Μαραχόγνον (το Μαραθόβουνο), με τα τουρκοκυπριακά χωριά, και όλες περιγράφουν χαρακτήρες και αντιδράσεις. Αυτούς που πίστευαν τυφλά στον αγώνα του 55-59 και αυτούς που αμφισβητούσαν την ορθότητά του, οι οποίοι όμως άνετα κολλούσαν το επίθετο ‘προδότης’ στους άλλους.

Θα σταθώ στις γυναίκες του βιβλίου, τις μανάδες και τις στετέδες που όταν οι πολιτικές συνθήκες, ή το συναίσθημα για να θυμηθώ μόνο την Αναστού, ή ακόμη και όταν το τσακίρ κέφι κτυπούσε και οι αντράδες έχαναν την παντοδυναμία τους, αυτές αναλαμβάνουν, αυτές οδηγούν κι από αυτές κρατιέται η συνοχή της κοινότητας.

Στέκομαι ιδιαίτερα στη συγκινητική και ολοζώντανη περιγραφή της συνάντησης του συγγραφέα με τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη… και το μυαλό μου παίρνει στροφές και μπροστά μου περνάει αγέρωχο το Βαρώσι, το ζαχαροπλαστείο Μέλισσα, ο αιώνιος καθηγητής Παναγιώτης Σέργης, τα βράχια του Καράολου. Μαζί οι Όρνιθες που ανέβασε ο Κάρολος  Κουν στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας, η θεσπέσια μουσική του Χατζιδάκι ηχεί ακόμη στα αυτιά μου… ώ καλή μου ξανθιά συντροφιά μου γλυκιά που μαζί σου λαλώ κάθε ωραίο σκοπό… και βέβαια η απαγγελία του μονόλογου του Οιδίποδα πάνω στην πουρόπετρα της Σαλαμίνας!

Το βιβλίο της Μεσαρκάς περιέχει ένα ποίημα θησαυρό. Την αφήγηση της μάνας Ευφροσύνης για τη μεγάλη φυγή! Το νεκαλητό και την απόγνωση όχι μόνο για τους δικούς της αλλά για τον τόπο όλο… Διαβάζοντάς το κατάλαβα ότι η αξιοπρέπεια, ο λόγος και η ανθρωπιά απέχουν έτη φωτός από αυτό που βρίσκεται γύρω μου. Ξέρω, αλλάζει ο κόσμος, αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής αλλάζουν όλα κι αυτές οι ιστορίες «σαν διηγήματα» όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου είναι πολύτιμα αποκτήματα και παρακαταθήκες που δε χάνονται. 

Θεατράνθρωπος ήταν και είναι ο Ζάνος, έγραφε, αλλά συνάμα σκηνοθετούσε το θεατρικό Μεσαρκά! Γνώριζε και επέλεξε τους πρωταγωνιστές του, τον πατέρα και τη μητέρα του, τον Κωστή, τη Μαρία, αλλά και τον Μεμμέτη, τον Τρουλή, τον κύριο Γαβρίλη. Η σκηνή του ανοίγματος του πηγαδιού που περιείχε το ξύλινο κασόνι με τους απαγορευμένους τόμους, το hair του Τουρκοκύπριου, μαζί με τις ιστορίες της Δήμητρας και του Μήτσου όλα συνθέτουν το σύνολο του χθες που ότι και να κάνουν υπάρχει μέσα στο σήμερα.

Ελεύθερα, 8.3.2026