Η κατά τα άλλα αυτοδιαφημιζόμενη «υποδειγματική» αμερικανική δημοκρατία της οποίας αφήγημα της είναι η συντριβή των απολυταρχικών καθεστώτων στην πραγματικότητα αποδεικνύεται πως και η ίδια λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Εξισώνεται με αυτά. Αφορμή, η λογοκρισία, από τις βασικότερες αρχές της απολυταρχίας! Η φίμωση της ελεύθερης έκφρασης των ΜΜΕ επαναφέρει στο προσκήνιο και την αντίληψη για τις ψευδείς ειδήσεις (fake news). Δηλαδή, τι αποτελεί ή καλύτερα ποια αποτελεί ψευδή είδηση ή παραπληροφόρηση; Ποιος το κρίνει και πώς;
Με τη νέα αταξία πραγμάτων, τείνει να επικρατήσει η αυταρχική άποψη, ότι δηλαδή, όταν μια είδηση, θέση, άποψη ή σχόλιο δεν συμβαδίζει με την εξυπηρέτηση της πολιτικής της εκάστοτε ηγεσίας, συγκαταλέγεται στα fake news και μάλιστα να υπόκειται σε τιμωρία.
Μπλόκο λοιπόν στην αντίθετη άποψη, η οποία από την άλλη, δίνει την ευχέρεια στον πολίτη να ενεργοποιήσει την κριτική σκέψη του και να κρίνει από μόνος του τις διαφορετικές θέσεις, δημιουργώντας την δική του εικόνα για ένα θέμα, έστω και υποκειμενική. Αυτό το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, δυστυχώς, τείνει να καταργηθεί, με την ενημέρωση πλέον να καθίσταται μονόπλευρη, όπως συμβαίνει και στα απολυταρχικά καθεστώτα. Η όποια διαφορετική άποψη βαφτίζεται προϊόν παραπληροφόρησης και ο σπορέας, διακινητής της, διώκεται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία ενέργεια του επικεφαλή της ρυθμιστική αρχής των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης (FCC), Μπρένταν Καρ, ο οποίος αναφερόμενος στον πόλεμο με τον Ιράν, χωρίς να κατονομάσει κάποιο συγκεκριμένο μέσο ενημέρωσης, προειδοποίησε με ανάρτησή του στο Χ ότι κάποιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς θα μπορούσαν να χάσουν τις άδειές τους εάν δεν αλλάξουν πορεία. «Οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς που διαδίδουν ψευδείς αναφορές και διαστρεβλώσεις ειδήσεων, γνωστές και ως fake news έχουν τώρα την ευκαιρία να διορθώσουν την πορεία τους πριν από την ημερομηνία ανανέωσης της άδειάς τους», προειδοποίησε ο Καρ, επικαλούμενος το δημόσιο συμφέρον. Το επιχείρημα του «δημόσιου συμφέροντος» είναι ίσως το πιο επικίνδυνο εργαλείο στα χέρια της εξουσίας. Πρόκειται για μια ελαστική έννοια που μπορεί να προσαρμοστεί σε κάθε πολιτική σκοπιμότητα. Σήμερα χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τον έλεγχο της ενημέρωσης, αύριο μπορεί να δικαιολογήσει τον έλεγχο της ίδιας της σκέψης.
Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο ντόρος που γίνεται αφορά δύο από τα παραδοσιακά αμερικανικά ΜΜΕ, «New York Times» και CNN, για τα οποία ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει κρύψει την αντιπάθειά του τα οποία κατά την άποψη του διαδίδουν κυρίως «fake news».
Η αντίδραση των Οργανώσεων για την ελευθερία του Τύπου άμεση. Χαρακτήρισαν «εξωφρενική» την προειδοποίηση του Καρ. «Όταν η κυβέρνηση αναγκάζει τον Τύπο να γίνει το φερέφωνο του κράτους υπό την απειλή τιμωρίας, κάτι πάει τρομερά λάθος», ανακοίνωσε το Fire Foundation, το οποίο υποστηρίζει την ελευθερία της έκφρασης. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια ούτε ένα προνόμιο που παραχωρείται υπό όρους από την εκάστοτε εξουσία. Είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και βασικός πυλώνας κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. Όταν αυτό το δικαίωμα περιορίζεται τιμωρητικά στο όνομα της «ορθής πληροφόρησης», τότε η δημοκρατία παύει να είναι δημοκρατία…
Εν κατακλείδι, η ποινικοποίηση της διαφορετικής άποψης, έστω και με θεσμικά «ευγενή» μέσα, αποτελεί το πρώτο βήμα φίμωσης μιας κοινωνίας. Και η φίμωση, ιστορικά, υπήρξε πάντα ο καλύτερος σύμμαχος του αυταρχισμού.
Και κλείνω με το ερώτημα: Όλα αυτά που γίνονται για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, δεν είναι fake news της αμερικανικής πολιτικής; Όντως υπάρχει; Αυτό το λένε οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοι τους. Υπάρχει όμως και προηγούμενο. Το ίδιο δεν έλεγαν και για το Ιράκ το 2003; Τελικά εκ των υστέρων αποδείχθηκε μπαρούφα και με παραδοχή των ιδίων. Γιατί να μην συμβαίνει κι εδώ κάτι ανάλογο;