Η υπενθύμιση των σκανδάλων από τον Άριστο Μιχαηλίδη, που έχουν κάνει έξω φρενών την κυπριακή κοινωνία, «από τα έργα-σκάνδαλα και την τραγωδία του Μαρί, τις χρηματιστηριακές φούσκες, την κατάρρευση της οικονομίας, τη σκανδαλώδη εξέλιξη των τραπεζών, τους Γιαννάκηδες και τους Ρίκκους, τους Βέργες και τις αποχετεύσεις, τη Δρομολαξιά και τον Συνεργατισμό, τις πολεοδομικές ζώνες και τις προμήθειες των όπλων, τα χρυσά διαβατήρια και τον υπόκοσμο…», έχουν δει το φως της δημοσιότητας όλα από την αρχή της νέας χιλιετίας και μετέπειτα. Κάποια βέβαια ήδη υφίσταντο στα μουλωχτά από την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα.

Και εύλογα γεννάται το ερώτημα: Τι συνέβη και στο κατώφλι του νέου αιώνα βγήκαν τα άπλυτα στη φόρα; Αλήθεια, τον περασμένο αιώνα ήταν όλα πλυμένα, καθαρά; Τα έκρυβαν κάτω από το χαλί και τώρα λόγω καλύτερης υγιεινής πρόληψης που τινάζουμε καθημερινά το χαλί εμφανίστηκαν από κάτω; Μήπως υπήρχε κάποιος σιωπηρός κώδικας μεταξύ κατεργαραίων; Μήπως τα social media έπαιξαν τον δικό τους ρόλο; Λίγο απ’ όλα;

Τα ερωτήματα αυτά είναι ρεαλιστικά. Αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής και κοινωνικής μας πραγματικότητας. Για δεκαετίες, η κυπριακή κοινωνία λειτουργούσε μέσα σε ένα πλαίσιο άγραφων κανόνων. Το ρουσφέτι, οι εξυπηρετήσεις, οι «γνωριμίες», αποτελούσαν σχεδόν κοινωνικό νόμισμα. Μήπως λοιπόν επειδή το ρουσφέτι οργίαζε, ενώ στην πορεία εξασθένησε, άρχισαν οι προστριβές και η αποκάλυψη περισσοτέρων; Στο σημείο αυτό, χρησιμοποιώ τη λέξη «εξασθένησε», για να μην ξεπεταχτούν τα φιντανάκια του επί παντός επιστητού… Βέβαια υπάρχει και στις μέρες μας, αλλά έχει περιοριστεί, για όσους ενθυμούνται και δύνανται να κάνουν σύγκριση με το μέγεθος παλαιότερων εποχών. Κάποτε το ρουσφέτι ήταν η βάση της κομματικής ύπαρξης. Ήταν ο τρόπος που «έτρεχαν» τα πράγματα. Σήμερα, ακόμη κι αν δεν έχει εξαλειφθεί, είναι πιο δύσκολο να λειτουργήσει ανενόχλητο. Κι αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα σε μια ξαφνική ηθική αφύπνιση της εξουσίας, αλλά στην αυξημένη έκθεση. Και μια άλλη εκδοχή, μήπως οι ίντριγκες μεταξύ κομματικών στελεχών εξαιτίας του ανταγωνισμού της καρέκλας;

Ό,τι και αν συμβαίνει, ζούμε πλέον σε εποχές με μεγαλύτερη διαφάνεια, αλλά και σκανδαλώδους πρόκλησης της κοινωνίας. Τα άπλυτα πλέον απλώνονται στην ταράτσα και όχι στην αυλή. Η κοινωνία αυτή, σε συνάρτηση με το βήμα που της παρέχεται από τα social media, εκφράζει σχεδόν για καθετί και καθημερινά, χωρίς παμό αυτοσυγκράτησης, την οργή και την αγανάκτησή της για τα τεκταινόμενα. Εκεί όπου παλαιότερα ένα σκάνδαλο μπορούσε να θαφτεί σε μια εσωτερική σελίδα εφημερίδας ή να ξεχαστεί μέσα σε λίγες μέρες, σήμερα ανακυκλώνεται, σχολιάζεται, καταγράφεται και δεν ξεχνιέται. Μάλλον, ξεχνιέται από το αμέσως επόμενο. Είναι απανωτά τα χτυπήματα.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενοχλητικό για όσους είχαν συνηθίσει να λειτουργούν στο σκοτάδι. Δεν είναι ότι ξαφνικά έγιναν περισσότερα τα σκάνδαλα, είναι ότι έγιναν πιο ορατά. Η κοινωνία δεν άλλαξε μόνο επειδή αγανάκτησε περισσότερο, αλλά επειδή πλέον βλέπει περισσότερο. Βλέπει και θυμάται. Και η μνήμη, όταν συνδυάζεται με δημόσιο λόγο, μετατρέπεται σε οργή για κάθε μορφή αυθαιρεσίας.

Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να απαριθμούμε σκάνδαλα ούτε να εκτονώνουμε την οργή μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η αυξημένη διαφάνεια θα μεταφραστεί σε ουσιαστική λογοδοσία και αλλαγή νοοτροπίας. Γιατί η αποκάλυψη, από μόνη της, δεν αρκεί. Χρειάζεται και συνέχεια. Χρειάζεται κοινωνική μνήμη, πολιτική βούληση και, κυρίως, άρνηση επιστροφής στην άνεση του «κάτω από το χαλί».