Εννέα από τις δώδεκα νομοθεσίες που ενέκρινε η Βουλή στη συνεδρία της στις 6 Απριλίου δεν θα προχωρήσουν. Όπως ανέφερε στο ρεπορτάζ της χθες η συνάδελφος Ελευθερία Παΐζάνου, ο Πρόεδρος ανέπεμψε τις πέντε εξ αυτών και παρέπεμψε τις άλλες τέσσερις στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Γιατί; Διότι επρόκειτο για το αποτέλεσμα μιας συνεδρίας-παρωδίας, όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει. Εννέα προτάσεις νόμου που αφορούν τις εκποιήσεις και το πλαίσιο αφερεγγυότητας για τους εγγυητές ψηφίστηκαν, παρόλο που πολλοί βουλευτές γνώριζαν εκ των προτέρων ποια θα ήταν η κατάληξή τους. Και όμως τις ψήφισαν.

Γιατί; Διότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο- μόλις έναν μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχεί η πλειοδοσία λαϊκισμού και ανεδαφικών υποσχέσεων.

Αυτό, όμως, δεν είναι πολιτική. Είναι παζάρι ψήφων. Και αυτή είναι, δυστυχώς, η πραγματικότητα.

Βιώνουμε ήδη τα προεόρτια του τι θα ακολουθήσει μετεκλογικά: μια Βουλή που ενδέχεται να αντικατοπτρίζει πλήρως αυτή την πολιτική παραδοξότητα και το απορρυθμισμένο σκηνικό που διαμορφώνεται σήμερα. Και αυτό χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο η ευθύνη των σημερινών κοινοβουλευτικών κομμάτων, τα οποία ψήφισαν προτάσεις νόμου γνωρίζοντας ότι περιείχαν πρόνοιες αντισυνταγματικές και μη εφαρμόσιμες.

Δεν το έπραξαν εν αγνοία τους. Η Νομική Υπηρεσία είχε ήδη επισημάνει κρίσιμα ζητήματα. Και όμως, αγνοήθηκαν. Αυτό είναι το πραγματικά εξοργιστικό στοιχείο της υπόθεσης.

Τα ίδια τα κόμματα έχουν επιτρέψει στον εαυτό τους να καταστούν έρμαια του λαϊκισμού. Να σύρονται από τον κάθε «αυτόκλητο σωτήρα» των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, που εμπορεύεται εύκολες απαντήσεις, καταγγελτικό λόγο και φθηνή αγανάκτηση. Με ρητορική ισοπεδωτική, που μηδενίζει τα πάντα και υπόσχεται τα πάντα.

Έτσι, έχουν βρεθεί να «παίζουν μπάλα» σε ένα γήπεδο που δεν τους ανήκει- με κανόνες που δεν υπηρετούν τη δημοκρατία, αλλά την αποδόμησή της. Και αυτή είναι μια στρατηγική αυτοκαταστροφής.

Αναμφίβολα, το ζήτημα των εκποιήσεων αποτελεί ένα μεγάλο και κρίσιμο κεφάλαιο, με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις. Το ίδιο ισχύει και για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών: την ακρίβεια, το κυκλοφοριακό, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, την ανάπτυξη της παιδείας.

Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής: η επεξεργασία ρεαλιστικών λύσεων και η χάραξη πορείας προς τα εμπρός. Όχι η λήψη αποφάσεων με όρους λαϊκής αγοράς και επικοινωνιακής κατανάλωσης.

Πολιτική σημαίνει ανάληψη ευθύνης- ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους. Δεν είναι αυτοσκοπός για έναν πολιτικό να είναι αρεστός, αλλά να είναι χρήσιμος. Και η χρησιμότητα αυτή δεν κρίνεται από τις προθέσεις, αλλά από την ικανότητα ιεράρχησης προτεραιοτήτων και τη συνέπεια απέναντι στο συλλογικό συμφέρον.

Δεν μπορεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται υπό καθεστώς εκβιασμού, φόβου ή ψηφοθηρικής πίεσης. Δεν μπορεί η πολιτική να άγεται και να φέρεται από θορυβώδεις μειοψηφίες ή από την πρόσκαιρη δυναμική των κοινωνικών δικτύων.

Ζούμε στην εποχή της «Σάντη» και των δήθεν «μεγάλων αποκαλύψεων». Μια εποχή σκανδαλολογίας, εύκολης καταγγελίας και γενικευμένης απαξίωσης. Σε μια κοινωνία που, ύστερα από χρόνια καλλιέργειας αυτού του κλίματος, δείχνει να διψά για αίμα, για θεωρίες συνωμοσίας και για αφηγήσεις διαφθοράς και παρακμής.

Είναι σημεία των καιρών- αλλά και προειδοποιητικά σήματα. Καμπανάκια κινδύνου για ένα πολιτικό χάος που δεν είναι μακριά.

Και ακριβώς μέσα σε αυτό το σκηνικό είναι που δοκιμάζεται η σοβαρότητα και η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Εκεί καλούνται τα κόμματα -όσα σέβονται την ιστορία και τον ρόλο τους- να επιλέξουν: θα συνεχίσουν να ακολουθούν το ρεύμα του λαϊκισμού ή θα σταθούν απέναντί του;

Διότι, στο τέλος της ημέρας, η δημοκρατία δεν καταρρέει από τους εχθρούς της, αλλά από την αδυναμία εκείνων που όφειλαν να την υπερασπιστούν. Και αν το πολιτικό σύστημα δεν βρει το θάρρος να βγει από αυτό το «γήπεδο» του λαϊκισμού, τότε δεν θα είναι απλώς μέρος του προβλήματος- θα είναι η αιτία της επόμενης κρίσης.