Παίρνει σειρά τώρα η Νορβηγία, ενώ ο προβληματισμός διαχέεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο η μια χώρα ακολουθεί την άλλη. Και μάλιστα εκείνες που εμφανίζονται ως πρότυπα. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης της χώρας ότι θα προτείνει απαγόρευση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τα παιδιά κάτω των 16 ετών, δεν αφορά μια απλή ρύθμιση. Αποτυπώνεται ευρύτερα ως μια κραυγή αγωνίας για πραγματικούς κινδύνους που ελλοχεύουν ως σοβαρή απειλή για την παιδική ηλικία.

Ο Πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στέρε συμπύκνωνε σε μια πρόταση τόσα πολλά, όταν υποδείκνυε με νόημα: «Θέλουμε μια παιδική ηλικία στην οποία τα παιδιά να μπορούν να είναι παιδιά». Μεγάλη όντως κουβέντα που παραπέμπει σε τόσα πολλά που προσπερνούμε στην καθημερινότητά μας.

Η αυστηροποίηση των όποιων νομοθετικών πλαισίων εστιάζει στην απελευθέρωση ουσιαστικά της καθημερινότητας των παιδιών από την καταδυνάστευση των αλγορίθμων. Η αλήθεια, για όσους τολμούν να την κοιτάξουν κατάματα, είναι ότι πέραν του κομματιού της αληθινής μάθησης και εκπαίδευσης, το παιχνίδι και οι φιλίες που κάποτε άνθιζαν σε γειτονιές και πλατείες, έχουν μεταφερθεί σε ανεξέλεγκτα ψηφιακά περιβάλλοντα, που προκαλούν εθισμούς και αποδομήσεις απ’ ό,τι αληθινό και αυθεντικό.

Το τεχνητό… παρείσφρησε άκομψα και επικίνδυνα διαβρώνοντας το αληθινό, το φυσικό, το αυθεντικό. Μπήκε ως οδοστρωτήρας στη ζωή, ακόμα και στην πιο τρυφερή ηλικία, για να ισοπεδώσει και να γκρεμίσει. Επειδή ακριβώς έλειψαν οι λεπτές ισορροπίες και αφέθηκε μια ευλογία της εξέλιξης να εκπέσει σε κατάρα.

Η εικόνα στην κυπριακή πραγματικότητα, το ίδιο ανησυχητική. Παιδιά πριν ακόμα και από το δημοτικό παραμένουν καθηλωμένα και «βυθισμένα» σε οθόνες, με τον ψηφιακό εθισμό να καλπάζει ασυγκράτητα. Αυτό δεικνύει σωρεία ερευνών. Στην κοινωνία μας, η διείσδυση της τεχνολογίας εκτός από ραγδαία κατέστη και ανεξέλεγκτη σε βαθμό που επετράπη στην οθόνη να λειτουργεί ακόμα και σαν «ψηφιακός παιδαγωγός», που αντικαθιστά στις πλείστες περιπτώσεις κάθε μορφή αυθεντικής επικοινωνίας, ακόμα και της οικογενειακής.

Η συνεχής και μη προσεγμένη έκθεση σε όχι αληθινά πρότυπα και η ανάγκη για «likes» που εκκολάπτεται από άλλης μορφής παθογένειες, αφήνουν να διαβρώνεται ακόμα και η αυτοεκτίμηση των μαθητών μας, δημιουργώντας μια γενιά με εκτοξευμένα επίπεδα άγχους και κοινωνικής και οικογενειακής απομόνωσης. Στερούνται ακόμα και της δυνατότητας να εμβαθύνουν σε έννοιες, καθιστώντας άπιαστο το όνειρο της εμπέδωσης της κριτικής σκέψης. Με αυτό τον τρόπο πλήττεται ανεπανόρθωτα όχι μόνο η οικογενειακή ανατροφή αλλά και γενικά η μαθησιακή διαδικασία, καθώς η κριτική σκέψη απαιτεί και χρόνο και συγκέντρωση, στοιχεία που οι «αλγόριθμοι» με τους ξέφρενους ρυθμούς τους καταχωνιάζουν και αφανίζουν.

Αυτά είναι τα τελευταία νέα που μας έρχονται από τις βόρειες χώρες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα εκείνο της Νορβηγίας. Εμείς άραγε θα παραμείνουμε απλοί παθητικοί θεατές; Η προστασία των παιδιών μας δεν είναι καθόλου ζήτημα τεχνοφοβίας – αντίθετα μάλιστα η τεχνολογική εξέλιξη μπορεί να λειτουργήσει ως μεγάλη ευλογία σε επιτεύγματα και πραγματική πρόοδο – αλλά με τις σωστές προϋποθέσεις ζήτημα πνευματικής καλλιέργειας και ελευθερίας, αλλά ακόμα και ψυχικής υγείας.